Η μείωση της βλάβης ως εργαλείο δημόσιας υγείας

Η μείωση της βλάβης ως εργαλείο δημόσιας υγείας

Σε μια εποχή που οι προκλήσεις για τη δημόσια υγεία είναι συνεχείς, η μείωση της βλάβης υιοθετείται από τις περισσότερες χώρες ως εργαλείο για τη βελτίωση και διαφύλαξη της υγείας των πολιτών, ειδικά των ευάλωτων ομάδων που είναι εξαρτημένες από βλαπτικές συμπεριφορές. Ο ομότιμος καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ Άγγελος Χατζάκης αναλύει τα δεδομένα αυτού του νέου εργαλείου που μπορεί να φέρει την επανάσταση στην αντιμετώπιση των ναρκωτικών, των συννοσηροτήτων των χρηστών και του καπνίσματος, οδηγώντας σε ένα καλύτερο αύριο για όλους.

— Η μείωση της βλάβης αποτελεί αποτελεσματική πολιτική δημόσιας υγείας για ευάλωτες ομάδες. Σε ποιες περιπτώσεις έχει μεγαλύτερη αξία;

Ως μείωση της βλάβης ορίζονται συνολικά οι πολιτικές Δημόσιας Υγείας που αποσκοπούν στον μετριασμό των αρνητικών επιδράσεων στην υγεία και το κοινωνικό σύνολο διαφόρων νόμιμων ή παράνομων συμπεριφορών. Κύριος αποδέκτης των πολιτικών μείωσης βλάβης είναι τα άτομα που παρουσιάζουν εξάρτηση από συμπεριφορά που απειλεί την υγεία τους ή/και το κοινωνικό σύνολο. Οι πολιτικές αυτές είναι ευρέως εφαρμοζόμενες στον χώρο των εξαρτήσεων από ψυχοδραστικές ουσίες (ναρκωτικά) και έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους. Εφαρμόζονται όμως συχνά σε πλήθος άλλων προβλημάτων Δημόσιας Υγείας, όπως η αντιμετώπιση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, της HIV λοίμωξης, της χρόνιας ηπατίτιδας C, του αλκοολισμού, των βλαβερών συνεπειών του καπνίσματος κ.ά. Εντούτοις, η εφαρμογή τους αντιμετωπίζει πλήθος εμποδίων που σχετίζονται κυρίως με απαγορευτικές πολιτικές, το κοινωνικό στίγμα και ανεπαρκείς υπηρεσίες πρόληψης/αντιμετώπισης. Οι χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών αποτελούν έναν ιδιαίτερα ευάλωτο πληθυσμό που εμφανίζει με μεγάλη συχνότητα νοσήματα, όπως ο HIV και η χρόνια ηπατίτιδα, άλλες λοιμώξεις, όπως οι ενδοκαρδίτιδες και η φυματίωση, και συχνές ψυχιατρικές συννοσηρότητες. Εκεί η μείωση της βλάβης επιτυγχάνεται κυρίως με προγράμματα υποκατάστασης οπιοειδών, διανομή βελονών και συρίγγων, ευρεία διαθεσιμότητα της ναλοξόνης που δρα ως αντίδοτο σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας οπιοειδών και πρόσβαση σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης που προσφέρουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες. Προκαταρκτικά δεδομένα υποστηρίζουν τη χρήση Χώρων Ελεγχόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) ως μια πολιτική που μπορεί να οδηγήσει στη μείωση των θανάτων από υπερδοσολογία. Πρόσφατα εγκαινιάστηκε στην Αθήνα ένας πολυαναμενόμενος ΧΕΧ από τον ΟΚΑΝΑ και τον δήμο Αθηναίων. Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος ΧΕΧ δημιουργήθηκε από τον ΟΚΑΝΑ στην Αθήνα το 2013, αλλά αντιμετώπισε δυσκολίες και δεν λειτούργησε.

 

ΧΑΤΖΑΚΗΣ
Άγγελος Χατζάκης, Ομότιμος καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ

— Τι γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε η μείωση της βλάβης να αποτελέσει ένα ακόμα όπλο στην πολιτική υγείας; Στην Ελλάδα τι ισχύει; Ακολουθούμε τον ευρωπαϊκό «δρόμο»; Υστερούμε πολύ, και αν ναι, ποια βήματα πρέπει να γίνουν;

Στην Ευρώπη υπάρχει ένας τουλάχιστον οργανισμός, το EMCDDA (Ευρωπαϊκό Κέντρο για τις εξαρτήσεις και τα ναρκωτικά), που παρέχει τεκμηριωμένες οδηγίες για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων και των συνοδών προβλημάτων. Εντούτοις, οι οδηγίες αυτές δεν είναι δεσμευτικές για τις χώρες, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στην εφαρμογή τους σε εθνικό επίπεδο. Στην Ελλάδα οι βασικοί φορείς αντιμετώπισης των εξαρτήσεων είναι ο ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ, ενώ τα τελευταία χρόνια ο ρόλος του δήμου της Αθήνας ολοένα αυξάνεται. Μεγάλο έλλειμμα στις εφαρμοζόμενες πολιτικές δημιουργείται από το ότι δεν χρηματοδοτούνται οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, που είναι εξαιρετικά σημαντικές σε όλο το φάσμα των δράσεων εναντίον των εξαρτήσεων και των νοσημάτων που τις συνοδεύουν. Πρόσφατα δεδομένα από τις έρευνες του Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν δείξει ότι η θνησιμότητα των χρηστών ναρκωτικών στην Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας. Το αποτέλεσμα αυτό προέκυψε από τη διαχρονική παρακολούθηση των συμμετεχόντων στα προγράμματα «Αριστοτέλης HIV/HCV» στην Αθήνα και «Αλέξανδρος» στη Θεσσαλονίκη, που διεξήχθησαν από το 2018 έως το 2021. Στη διάρκεια της παρακολούθησης σημειώθηκαν 213 θάνατοι σε σύνολο περίπου 2.400 ωφελούμενων. Οι αιτίες δεν είναι γνωστές, αλλά ο διπλασιασμός στη συχνότητα εμφάνισης της HIV λοίμωξης σε μια δεκαετία στην Αθήνα και η εκρηκτική διασπορά του στη Θεσσαλονίκη την τελευταία τριετία ασφαλώς έχουν συμβάλει στην αυξημένη θνησιμότητα. Ένας διαχρονικός παράγοντας που αυξάνει τους θανάτους από υπερδοσολογία οπιοειδών είναι η έλλειψη δράσεων για ευρεία χρήση της ναλοξόνης που δρα ως αντίδοτο στην υπερδοσολογία.

 

— Τα τελευταία χρόνια η μείωση της βλάβης έχει αναδειχθεί και ως πολιτική διαχείρισης της μεγάλης απειλής της δημόσιας υγείας, του καπνίσματος. Τι δεδομένα υπάρχουν εκεί και ποια βήματα γίνονται;

Το κάπνισμα αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τη δημόσια υγεία. Κάθε χρόνο πεθαίνουν 7,7 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως από νοσήματα που σχετίζονται ισχυρά με το κάπνισμα. Τα τελευταία τριάντα έτη έχουν γίνει μεγάλες προσπάθειες μέσω ενημέρωσης και νομοθετικών πρωτοβουλιών για τη μείωση της καπνιστικής συνήθειας που έχουν αποδώσει λιγότερο ή περισσότερο στις αναπτυγμένες χώρες. Αντίθετα, σε αναπτυσσόμενες χώρες τα αποτελέσματα είναι πενιχρά, ιδιαίτερα σε πολυάνθρωπες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία. Η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» στον επιπολασμό του καπνίσματος. Το 44,1% των ανδρών και το 32,2% των γυναικών είναι καπνιστές κι αυτό τονίζει την τεράστια σημασία των πολιτικών μείωσης της καπνιστικής συνήθειας. Παρότι η πλήρης διακοπή του καπνίσματος πρέπει να είναι ο τελικός στόχος της αντικαπνιστικής πολιτικής, πολλοί καπνιστές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διακοπή ή υποτροπιάζουν. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται πολιτικές μείωσης της βλάβης με χρήση θερμαινόμενων προϊόντων καπνού (ο καπνός θερμαίνεται, αλλά δεν καίγεται) και των ηλεκτρονικών τσιγάρων, με τελικό στόχο τη διακοπή του καπνίσματος. Πλήθος μελετών έχουν δείξει ότι στα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού ο εισπνεόμενος καπνός περιέχει σημαντικά λιγότερα βλαπτικά υποπροϊόντα απ’ ό,τι ο καιόμενος. Η χρήση των θερμαινόμενων προϊόντων καπνού είναι σχετικά πρόσφατη και δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος που απαιτείται έτσι ώστε να τεκμηριωθεί η δράση τους σε νοσήματα όπως η ισχαιμική καρδιοπάθεια, η χρόνια αποφρακτική νόσος, ο καρκίνος του πνεύμονα κ.λπ. Εφόσον η χρήση των θερμαινόμενων προϊόντων καπνού και των ηλεκτρονικών τσιγάρων δικαιωθεί από την επιδημιολογική έρευνα, αναμένεται να πολλαπλασιαστεί η χρήση τους και να αποτελέσουν τη σημαντικότερη εφαρμογή των πολιτικών μείωσης βλάβης στη δημόσια υγεία.

 

Υγεία & Ευεξία
 
 
 
 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ