Ένας ελληνομαθής, ξένος φίλος, που ζει στη χώρα μας, βλέπει συχνά τις ασπρόμαυρες παλιές ελληνικές ταινίες, που προβάλλει η τηλεόραση και τις βρίσκει συγκινητικά γνήσιες.

Κάπως πριμιτίφ, αλλά γνήσιες.

 

Μια μέρα με ρώτησε ποιά βιβλία να διαβάσει για να νιώσει το ίδιο καλά, την Ελλάδα και τους Έλληνες. Όπως τρεις φορές παλιότερα έχω κάνει δώρο, σε νεαρά ανήσυχα πνεύματα, τα «Άπαντα» τού Κωστή Παπαγιώργη, έκανα και τώρα το αντίστοιχο.

 

Του πρόσφερα δώρο, τα «Άπαντα» τού Γιάννη Ξανθούλη.

Είναι όλα, σαν καλές παλιές ελληνικές ταινίες, οι οποίες όμως προβάλλονται στο σήμερα. Και διόλου πριμιτίφ, αντιθέτως πολύ μαστορικά φτιαγμένες, με χιούμορ και συγκίνηση.

 

Ο Ξανθούλης είναι συγγραφέας θησαυρός.

Είμαστε τυχεροί που τον  έχουμε, για να μας αφηγείται,  μεταξύ πρόζας και επιθεώρησης, τα τραγικά και γελοία πάθη, της πολυπληθέστερης κοινωνικής τάξης στην πατρίδα μας.   

  

Αδυνατώ να καταλάβω τον λόγο, για τον οποίο οι σύγχρονοι, διανοουμενίζοντες κριτικοί κρατούν αποστάσεις από τον «ξανθούλειο» χείμαρρο ηρώων, ηρωίδων και κλαυσίγελων.

 

(Μήπως τους θυμίζει δυσάρεστες οικογενειακές καταστάσεις που έζησαν και θέλουν να διαγράψουν ή είναι πια τόσο βαθυστόχαστοι που τους διαφεύγει η περιρρέουσα σχιζοφρένεια που περιγράφει).  

 

Πριν χρόνια διάβασα έναν γνωστότατο κριτικό, τον οποίο εκτιμώ περισσότερο ως διανοούμενο, που κατακεραύνωνε τον Ξανθούλη, φέρνοντας ως παράδειγμα χείριστης γραφής, μια φράση του, που έλεγε πάνω κάτω: 

«Έκαναν έρωτα σε εμβρυακές στάσεις, βγάζοντας αραμαϊκές κραυγές»

 

Εγώ το βρίσκω έξοχο δείγμα μικροαστικού κιτς.

Μια περιγραφή ερωτικής συνεύρεσης, όπως ακριβώς θα την φανταζόταν μια ονειροπαρμένη ή ένας κοκορόμυαλος. Πιο σαρκαστικά και πιο καίρια, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί η μικροαστική τρέλα, που άλλο είναι και άλλο φαντασιώνεται πως είναι.

 

Ο Ξανθούλης είναι ο μέγας ανατόμος του ελληνικού μικροαστισμού, όπως ο Μπαλζάκ της δικής του αστικής τάξης.

 

Σίγουρα, ο πιο γνήσιος, ο πιο σαρκαστικός παραμυθάς που διαθέτουν τα ελληνικά γράμματα.

Ονειρικός και συγκινητικός, «σαν παλιό σινεμά και σαν τη Χαλιμά».