Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΠΕΝΘΕΙ την απώλεια του Μίκη Θεοδωράκη και μερικοί, που νιώθουν αμήχανα με αυτό, ίσως επειδή για τους δικούς τους λόγους αρνούνταν να αναγνωρίσουν το μεγαλείο του όσο ζούσε, προσπαθούν, όχι με ευθύ τρόπο, να δικαιολογηθούν. Αν δεν ακούγονταν ως παραφωνίες αυτή την ώρα του θρήνου, ίσως και να μην έδινε σημασία κανείς. 

 

Αντί λοιπόν να υποκλιθούν στο μεγαλείο του Μίκη Θεοδωράκη και να τιμήσουν τον επιφανή νεκρό, έτσι όπως τα αρχαία ήθη και έθιμα σε αυτό τον τόπο, αλλά και σε κάθε άλλο πολιτισμό, από αιώνες επιβάλουν, ή έστω να σιωπήσουν αν δεν θέλουν να το κάνουν αυτό, εκείνοι μας ενημερώνουν, δήθεν μεγαλόθυμα, ότι είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν τις απόψεις και τις θέσεις του που δεν ενέκριναν. Καθώς επίσης και να μας υποδείξουν, κατά κάποιον τρόπο, τι να κρατήσουμε και τι όχι από τον Μίκη Θεοδωράκη. 

 

Πρόκειται για μικρούς ανθρώπους που προσπαθούν να χωρέσουν τον τεράστιο Μίκη στα δικά τους μέτρα και στην προκρούστεια κλίνη τους, μη αντιλαμβανόμενοι την ύβρη που διαπράττουν. Για τους μικρούς αυτούς ανθρώπους σημασία έχει η δική τους εμμονή και η δική τους δικαίωση, ακόμα και την ώρα που πενθούμε έναν τεράστιο καλλιτέχνη, που δεν χωράει πουθενά εκτός από το οικουμενικό έργο του. 

 

Ακούμε και διαβάζουμε κάποιους να του “συγχωρούν” ότι ήταν κομμουνιστής, αλλους να του “συγχωρούν” ότι “δεν ήταν καλός κομμουνιστής” (σαν αυτούς ας πούμε), ή ότι συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία κάποτε, χωρίς να εξετάζουν φυσικά το πλαίσιο, τις συνθήκες, τα πως και τα γιατί.  Άλλοι πάλι, δήθεν γενναιόδωρα, λένε: ας παραβλέψουμε ότι διαφώνησε με το σχέδιο Ανάν, ότι εναντιώθηκε στα μνημόνια ή ότι ήταν πολύ πατριώτης και καταλήγουν στην προτροπή “ας τα ξεχάσουμε αυτά και ας κρατήσουμε τα άλλα”. 

 

Πρόκειται για μικρούς ανθρώπους που προσπαθούν να χωρέσουν τον τεράστιο Μίκη στα δικά τους μέτρα και στην προκρούστεια κλίνη τους, μη αντιλαμβανόμενοι την ύβρη που διαπράττουν. Για τους μικρούς αυτούς ανθρώπους σημασία έχει η δική τους εμμονή και η δική τους δικαίωση, ακόμα και την ώρα που πενθούμε έναν τεράστιο καλλιτέχνη, που δεν χωράει πουθενά εκτός από το οικουμενικό έργο του. 

 

Ας παραβλέψουμε δηλαδή αυτό που ήταν ο Μίκης, για να κρατήσουν ότι τους βολεύει, προκειμένου να τον φέρουν στα μέτρα τους. Αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει κανείς όσο ήταν ζωντανός, προσπαθούν κάποιοι να το κάνουν τώρα στο νεκρό Μίκη. Ούτε τώρα όμως θα το καταφέρουν. 

 

Συμβαίνει βέβαια συχνά αυτό με τους μεγάλους που δεν χωράνε στα μέτρα των μικρών. Και με τον Μάνο Χατζιδάκι (όπως και τον Σεφέρη, τον Γκάτσο, τον Ελύτη) τα ίδια έκαναν. Κάποιοι αριστεροί τον έβρισκαν “πολύ δεξιό”, κάποιοι δεξιοί “πολύ τολμηρό”, αλλά “τον συγχωρούσαν” κι αυτόν, επειδή ήταν μεγάλος συνθέτης. Ετσι και τώρα, άκαπνοι αναζητούν ψεγάδια στην πορεία του Μίκη, που ήταν παρών σε όλους τους αγώνες του προηγούμενου αιώνα, που πολέμησε, φυλακίστηκε, βασανίστηκε, εξορίστηκε κι έδειξε έμπρακτα την αλληλεγγύη του σε κάθε λαό που αγωνιζόταν. 

 

Οι σπουδαίοι και δημιουργικοί άνθρωποι όμως, έχουν την πραγματική γενναιοδωρία να αναγνωρίζουν το μεγαλείο του άλλου, πέρα από οποιαδήποτε αντίθεση ή διαφορά. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που υποκλίθηκαν στον Μίκη Θεοδωράκη ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Διονύσης Σαββόπουλος, χωρίς τα “ναι μεν αλλά” των μικρών ανθρώπων, που δεν θα σεβαστούν ούτε την ιδεολογία του, ούτε τους αγώνες του για την ενότητα των Ελλήνων, όπως ζήτησε στην επιστολή που έγραψε προς τον Δημήτρη Κουτσούμπα. 

 

Παρά το πάθος, την υπερβολή και τον ζήλο που τον χαρακτήριζε, ο δημόσιος άνδρας Μίκης Θεοδωράκης δεν ήταν μία τοξική πολιτική προσωπικότητα, ούτε όταν τα τελευταία χρόνια μαχόταν ενάντια στο μνημόνιο, ή στη Συμφωνία των Πρεσπών. Αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και ήταν παθιασμένος πατριώτης, αλλά αγαπούσε και όλους τους λαούς και τους πολιτισμούς του κόσμου. Έγραψε, τραγούδησε, συμπαραστάθηκε σε κάθε λαό που αγωνιζόταν για ελευθερία, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη. Προώθησε τη φιλία με τον τουρκικό λαό όσο κανένας άλλος, έδινε συναυλίες στα Σκόπια προωθώντας κι εκεί τη φιλία των δύο λαών. Συνέθεσε το ωραιότερο μουσικό έργο για το Ολοκαύτωμα που γράφτηκε ποτέ και συμπαραστεκόταν στον αγώνα του παλαιστινιακού λαού για ανεξαρτησία. Αυτός ήταν ο Μίκης, που κάποιοι συκοφάντησαν ως εθνικιστή, χωρίς να έχουν να επιδείξουν ούτε κλάσμα από τον έμπρακτο διεθνισμό του. Ναι, αγαπούσε παράφορα την Ελλάδα αλλά έτσι ήταν ο Μίκης, αυθεντικός και παράφορος, όπως είπε και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Και ναι, είχε αντιφάσεις. Και λοιπόν; 

 

Η ανακοίνωση του ΚΚΕ για τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη τον περιγράφει ίσως καλύτερα από όλους: “Ορμητικός, εμπνευσμένος και φλεγόμενος από το πάθος της προσφοράς στο λαό, ο Θεοδωράκης κατόρθωσε να χωρέσει στο μεγαλειώδες έργο του όλο το έπος της λαϊκής πάλης του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Άλλωστε, μέρος αυτού του έπους υπήρξε και ο ίδιος”.