ΩΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ παρουσίασε χθες ο πρωθυπουργός την ανανέωση και τροποποίηση της Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ, η οποία δεν έχει σχέση με τη συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση με τη Γαλλία πριν από μερικές ημέρες –παρότι η κυβέρνηση τις συνδυάζει–, καθώς στην ουσία πρόκειται για την ανανέωση της Ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας για τις Βάσεις, η οποία διευρύνεται. 

 

Η ανανέωση της συμφωνίας που υπογράφηκε στις ΗΠΑ προβλέπει νέες τοποθεσίες εγκατάστασης των αμερικανικών βάσεων και επέκταση των υποδομών τους, μαζί με την επ’ αόριστον διάρκειά της, όπως ζητούσαν οι Αμερικανοί. 

 

Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει πολύ ικανοποιημένη και να μιλάει για επιτυχία, αλλά διεκδικούσε τουλάχιστον μια ισχυρότερη διατύπωση για την προστασία της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

 

Οι βάσεις βρίσκονται στην Ελλάδα για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων και για την εξασφάλιση των κοινών αμυντικών στόχων, όπως αναφέρει ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών στην επιστολή του, και όχι για να υπερασπιστούν την ελληνική κυριαρχία από κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, όπως είναι η Τουρκία, που την απειλούν.

 

Τα τελευταία χρόνια που οι τουρκικές απειλές εντάθηκαν, όμως, όλο και περισσότεροι πολιτικοί υποστήριζαν ότι δεν γίνεται κάθε φορά που η Ελλάδα ανανεώνει τη συμφωνία για τις αμερικανικές βάσεις να μη ζητάει κάποιες εγγυήσεις για την ασφάλειά της ως αντάλλαγμα. Η κυβέρνηση και ο υπουργός Εξωτερικών, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, προσπάθησαν να πάρουν όσο περισσότερα μπορούσαν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν άνισο, καθώς οι ΗΠΑ κατάφεραν να πάρουν τα περισσότερα απ' όσα ζητούσαν, ενώ η Ελλάδα κάποιες αρκετά αόριστες και γενικές δηλώσεις, μη δεσμευτικές, αν και πράγματι αναβαθμισμένες σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

 

 

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, σε συνέντευξη που έδωσε στο «Βήμα» πριν από λίγες μέρες, επισήμανε ότι οι ΗΠΑ αποστασιοποιούνται από την Ευρώπη, καθώς το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους είναι ο Ινδο-Ειρηνικός, ενώ ισχυρίστηκε ότι «ευρωπαϊκές χώρες είναι πλέον διατεθειμένες να πληρώσουν προκειμένου να διατηρηθεί η αμερικανική παρουσία στο έδαφός τους», αλλά «η Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση στην τάση αυτή, κάτι που υποδηλώνει το αμερικανικό ενδιαφέρον…».

 

Ως βασικός λόγος που θεωρούν επιτυχία τη συμφωνία με τις ΗΠΑ στην κυβέρνηση παρουσιάζεται κυρίως η επιστολή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν, που τη συνοδεύει, με την οποία «οι ΗΠΑ διακηρύσσουν την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας, της ακεραιότητας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας». 

 

Η επιστολή του κ. Μπλίνκεν δεν συνιστά νομικά δεσμευτικό κείμενο, παρ' όλα αυτά στο υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζουν ότι η σημασία της είναι μεγάλη, επειδή σε αυτήν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επιβεβαιώνει την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, όπως την ερμηνεύουν. 

 

 

Ανταλλάγματα και κριτική

Με τη Συμφωνία Ανανέωσης των Αμερικανικών Βάσεων στην Ελλάδα οι Αμερικανοί ήθελαν να επεκτείνουν τα προνόμιά τους, ενώ η ελληνική πλευρά προσπάθησε να διεκδικήσει κάποια οφέλη, καθώς, κάθε φορά που αυτή ανανεωνόταν, η εκάστοτε κυβέρνηση δεχόταν κριτική ότι τα δίνει όλα και δεν παίρνει τίποτα. Φυσικά, ούτε τώρα γλίτωσε τη σχετική κριτική. 

 

Το ΚΚΕ, που είναι αντίθετο στη συμφωνία με τον πιο σαφή τρόπο, αναφέρει ότι «ολόκληρη η ελληνική επικράτεια μετατρέπεται σε ένα απέραντο αμερικανονατοϊκό ιμπεριαλιστικό ορμητήριο, προβλέποντας την αναβάθμιση των υφιστάμενων στρατιωτικών βάσεων, τη δημιουργία νέων, την παραχώρηση στρατοπέδων, υποδομών και άλλων διευκολύνσεων για τις αμερικανικές στρατιωτικές ανάγκες», με τα μάτια στραμμένα «στον ανταγωνισμό με τη Ρωσία και την Κίνα», και ότι αυτόν τον ρόλο υπηρετεί και η αναβάθμιση της Αλεξανδρούπολης ως σημείου αναφοράς για τις επιχειρήσεις και ασκήσεις του αμερικανικού στρατού». 

 

Θολά τα ανταλλάγματα από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ
Η ελληνική κυβέρνηση ήθελε τη στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών και στα ελληνικά νησιά, αλλά κάτι τέτοιο δεν ενδιέφερε τις ΗΠΑ, με ορισμένους να το ερμηνεύουν ως προσπάθεια να αποφύγει να ενοχλήσει την Τουρκία. Φωτ.: Eurokinissi

 

Περισσότερες τοποθεσίες και επ’ αόριστον διάρκεια

Η συμφωνία προβλέπει την απόσυρση κάποιων παλιών εγκαταστάσεων, που δεν χρησιμοποιούνται πια, και την προσθήκη τριών καινούργιων (μαζί με νέες τοποθεσίες): της Αλεξανδρούπολης, της βάσης στη Λάρισα και της βάσης στο Στεφανοβίκειο. Αλλωστε, το είχε πει και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ότι με την τροποποίηση της αμυντικής συμφωνίας «οι αμερικανικές δυνάμεις θα έχουν πρόσβαση σε περισσότερες τοποθεσίες».

 

Η αλλαγή της χρονικής διάρκειας ήταν κάτι για το οποίο επέμεναν όλο το προηγούμενο διάστημα οι Αμερικανοί, που ζητούσαν να μετατραπεί σε επ’ αόριστον (από ετήσια), αλλά ως τώρα οι κυβερνήσεις δεν τολμούσαν να το δεχτούν παρά τις πιέσεις. Πριν από λίγες μέρες έγινε γνωστό από την κυβέρνηση ότι συμφώνησαν σε πενταετή ανανέωση, αλλά τελικά έγινε αυτό που ήθελαν οι ΗΠΑ μέσα από τη διατύπωση πως πρόκειται για «μια συμφωνία πενταετή που, εφόσον δεν καταγγελθεί, θα γίνει εν συνεχεία επ’ αόριστον». 

 

Η αμερικανική πλευρά ζητούσε την επ’ αόριστον διάρκεια ώστε «να υπάρξει προοπτική σταθερότητας και να απελευθερωθούν κονδύλια από το Κογκρέσο για εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων». Σύμφωνα με όσα έχει πει αυτές τις μέρες ο Νίκος Δένδιας, η κυβέρνηση δεν μοιάζει να αντιστάθηκε πολύ σε αυτό και ο ίδιος θύμισε ότι η αρχική συμφωνία, του 1990, είχε οκταετή διάρκεια και από τότε ανανεωνόταν ετησίως απ' όλες τις κυβερνήσεις, χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς καμία καθυστέρηση».

 

Τις ενστάσεις του για την επ’ αόριστον διάρκεια εξέφρασε και ο ΣΥΡΙΖΑ με ανακοίνωσή του χθες, με την οποία δήλωσε ότι: «Ο κ. Μητσοτάκης γίνεται ο πρώτος πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης που εκχωρεί επ' αόριστον στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ελληνικό έδαφος».

 

Η ελληνική κυβέρνηση ήθελε τη στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών και στα ελληνικά νησιά, αλλά κάτι τέτοιο δεν ενδιέφερε τις ΗΠΑ, με ορισμένους να το ερμηνεύουν ως προσπάθεια να αποφύγει να ενοχλήσει την Τουρκία. Στο υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζουν ωστόσο ότι θέμα είναι ανοιχτό. 

Η κυβέρνηση ήθελε ισχυρότερη διατύπωση

Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει πολύ ικανοποιημένη και να μιλάει για επιτυχία, αλλά διεκδικούσε τουλάχιστον μια ισχυρότερη διατύπωση για την προστασία της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

 

Υπάρχουν και διπλωμάτες, πάντως, που στέκονται κριτικά απέναντι στους όρους της ανανέωσης της συμφωνίας με τις ΗΠΑ, ενώ είχαν επιδοκιμάσει με ενθουσιασμό τη συμφωνία με τη Γαλλία. «Οι Αμερικάνοι τα παίρνουν όλα και δεν δίνουν σχεδόν τίποτα», σχολίασε έμπειρος διπλωμάτης, ενώ εξέφρασε επιφυλάξεις και για την αξιοποίηση της ελληνογαλλικής συμφωνίας. «Η κατάσταση με την Τουρκία είναι πιο επικίνδυνη από ποτέ, τελευταία, και βλέποντας τα μπρος-πίσω οι Τούρκοι δεν αποκλείεται να τολμήσουν να κάνουν το βήμα, διαπιστώνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν τους βάζουν τον μαχαίρι στον λαιμό. Όσο για το αν θα επέμβει η Γαλλία στην περίπτωση που η Τουρκία κάνει κάποια επιθετική κίνηση εναντίον της Ελλάδας, ο διπλωμάτης απαντά ότι οι Γάλλοι θα βοηθήσουν την Ελλάδα μόνο αν θέλει και η ίδια τη βοήθειά της. 

 

Θολά τα ανταλλάγματα από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ
Οι απειλές που δέχεται η Ελλάδα από την Τουρκία είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που δεν αμφισβητεί κανείς.

 

Η κυβέρνηση τονίζει ότι με τις συμφωνίες αυτές στόχος της είναι η ενίσχυση της ασφάλειας και της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας. «Η περαιτέρω θωράκιση της χώρας επιβάλλεται από τη συγκυρία», επισήμανε η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη, η οποία σε άρθρο της έγραψε ότι «η κυβέρνηση αυξάνει την αποτρεπτική ισχύ και ενισχύει τις αμυντικές δομές της, συνδέοντάς τες με τις ευρύτερες επιλογές συμμάχων. Με απλά λόγια, συνδιαμορφώνει και ανατροφοδοτεί μια κοινότητα συμφερόντων, χωρίς να έχει αυταπάτες».

 

Οι απειλές που δέχεται η Ελλάδα από την Τουρκία είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που δεν αμφισβητεί κανείς. Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, στην πρόσφατη ομιλία του, επεσήμανε ότι «... η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι υπό απειλή, η οποία αφορά όχι μόνο δικαιώματα αλλά στρέφεται και κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας». Παρομοίως και ο Ν. Δένδιας υποστήριξε ότι η Τουρκία προκαλεί σχεδόν σε καθημερινή βάση. «... Και, βεβαίως, διατηρείται η απειλή πολέμου, με την Τουρκία να έχει τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο στη Μεσόγειο απέναντι από τα νησιά του Αιγαίου».

 

Υπό άλλες συνθήκες, στην Ελλάδα θα αρκούσε η κάλυψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Γερμανία βάζει εμπόδια σε αυτό κυρίως λόγω της στρατηγικής της συμμαχίας με την Τουρκία. Για τον λόγο αυτό η Ελλάδα αναζητά τη συμμαχία με τη Γαλλία, που είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην Ε.Ε., και την υποστήριξη των ΗΠΑ, που μέχρι πρότινος τουλάχιστον διατηρούσαν την πολιτική των ίσων αποστάσεων. 

 

Αυτό, εδώ και μερικούς μήνες, έχει αλλάξει σε έναν βαθμό, όχι βεβαίως επειδή αποφάσισαν να υπερασπιστούν την Ελλάδα που απειλείται, αλλά για λόγους που έχουν να κάνουν με την πολιτική του Ερντογάν, η οποία έρχεται σε αντίθεση με στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να τηρήσει, περίπου επιδεικτικά, τη στάση του πιστού εταίρου των ΗΠΑ την ώρα που ο Ερντογάν τους δημιουργεί συνεχώς προβλήματα, ελπίζοντας ότι με αυτή την τακτική θα κερδίσει, βρίσκοντας όμως πάντα ως εμπόδιο τη μεγάλη γεωπολιτική σημασία που έχει η Τουρκία για τη Δύση.