Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα στις τηλεοπτικές οθόνες ήταν μια σαφής ένδειξη ότι η κατάσταση με την πανδημία ξεφεύγει πάλι. Το είχε πει και ο ίδιος άλλωστε, όταν εγκατέλειπε την καθημερινή ενημέρωση, ότι «αν με ξαναδείτε, θα είναι δύσκολα τα πράγματα». Αυτήν τη φορά, βέβαια, δεν πρόκειται για επιστροφή στην καθημερινή ενημέρωση αλλά για μια προειδοποίηση για το τέταρτο κύμα της πανδημίας που έρχεται και τις απώλειες που θα υπάρξουν, αν δεν αυξηθούν οι εμβολιασμοί. Ο κ. Τσιόδρας δεν απευθύνθηκε στο συναίσθημα αλλά στη νοημοσύνη των πολιτών, παραθέτοντας επιστημονικά στοιχεία με τον τρόπο που ξέρει να τα εκλαϊκεύει.

 

Στο Μαξίμου θα ήθελαν πολύ ο δημοφιλής λοιμωξιολόγος να είχε αναλάβει έναν πιο ενεργό ρόλο και στην επικοινωνία του εμβολιασμού, αλλά ο κ. Τσιόδρας πιέστηκε πάρα πολύ από την υπερβολική δημοσιότητα και την πολιτική στοχοποίησή του στην πρώτη φάση της πανδημίας που είχε αναλάβει να εκπροσωπεί το υπουργείο Υγείας στο θέμα του κορωνοϊού. Μετά από εκείνη τη δύσκολη, αλλά επιτυχή περίοδο, κάθε φορά που του γινόταν μια παρόμοια πρόταση από την κυβέρνηση ή κάποιος υπαινιγμός, εκείνος αρνούνταν ευγενικά και απαντούσε ότι θα βγαίνει μόνο όταν υπάρχει σοβαρός λόγος για να το κάνει. Όπως ακριβώς έκανε και τώρα, που η χώρα φαίνεται να απειλείται από νέο κύμα, με μεγάλο ποσοστό ενηλίκων να παραμένει ανεμβολίαστο.

 

Στο Μαξίμου έχουν πειστεί ότι η αξιωματική αντιπολίτευση παίζει και στα δύο ταμπλό, συνεχίζοντας να κλείνει το μάτι και στους αντιεμβολιαστές, μεταδίδοντας σκόπιμα συγκεχυμένα μηνύματα. 

 

Η κυβέρνηση, μετά τον κ. Τσιόδρα, δεν κατάφερε να βρει κάποιο άλλο πρόσωπο που να το υπολήπτεται η κοινή γνώμη, όπως έγινε στην Πορτογαλία με τον περίφημο αντιναύαρχο Ενρίκε ντι Γκουβέια ε Μέλο, που ηγήθηκε της task force για τον εθνικό εμβολιασμό, πείθοντας τους Πορτογάλους και πετυχαίνοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αντιθέτως, ο Μάριος Θεμιστοκλέους και η Μαρία Θεοδωρίδου, που τους ανατέθηκε το καθήκον αυτό, αποδείχθηκαν πολύ αδύναμοι στο επικοινωνιακό σκέλος.

 

Προβληματισμός υπήρξε και για την επικοινωνιακή καμπάνια και τον ρόλο των ΜΜΕ στο θέμα του εμβολιασμού, καθώς αυτό αποτέλεσε μία από τις βασικές κατηγορίες του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα προς την κυβέρνηση τις προηγούμενες μέρες στη Βουλή. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ την κατηγόρησε άλλη μια φορά ότι η ενημερωτική καμπάνια για την πανδημία ουσιαστικά ήταν το πρόσχημα για να δώσει χρήματα στα ΜΜΕ, με την περίφημη «λίστα Πέτσα» όπως λέει, ώστε αυτά να την αντιμετωπίζουν ευνοϊκά, και ότι δεν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον για την πρόληψη.

 

Στο Μαξίμου έχουν πειστεί ότι η αξιωματική αντιπολίτευση παίζει και στα δύο ταμπλό, συνεχίζοντας να κλείνει το μάτι και στους αντιεμβολιαστές, μεταδίδοντας σκόπιμα συγκεχυμένα μηνύματα. Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή ότι σκοπίμως ανέφερε στην ομιλία του πως «ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, το 12%, 13%, 14%, από αυτούς που βρίσκονται στις μονάδες εντατικής θεραπείας είναι εμβολιασμένοι και με τις δύο δόσεις», καθώς πρόκειται για έναν «από τους χαρακτηριστικούς ισχυρισμούς που επικαλούνται οι αντιεμβολιαστές». Στελέχη της κυβέρνησης επισημαίνουν επίσης ότι ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί να επιτρέπει στον κ. Πολάκη να κάνει επικίνδυνη προπαγάνδα «για δήθεν αποτελεσματικά φάρμακα που δεν φέρνει η κυβέρνηση», σαμποτάροντας την εθνική προσπάθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

 

Η κυβέρνηση, πάντως, για την ώρα αναζητεί σχεδόν μόνο επικοινωνιακούς τρόπους για να ξεκολλήσει τη χαμηλή ταχύτητα στους εμβολιασμούς, καθώς νέα περιοριστικά μέτρα που θα πλήξουν και την οικονομία δεν θέλει ούτε να τα σκέφτεται αυτήν τη στιγμή. Τα κυβερνητικά στελέχη ισχυρίζονται πως έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προστατεύσουν τους πολίτες μέχρι να είναι διαθέσιμο το εμβόλιο. «Πλέον υπάρχει τρόπος να προστατευτούν όλοι και είναι δωρεάν», υποστηρίζουν. Η φιλελεύθερη πολιτική αντιμετώπιση που έχει επιλέξει η κυβέρνηση, όμως, δεν είναι ικανή να προστατεύσει όλο τον ευάλωτο πληθυσμό, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα του εμβολιασμού αλλά και οι καθημερινές απώλειες δεκάδων ανθρώπων. Η επιτυχία ή η αποτυχία στην αντιμετώπιση της πανδημίας, η οποία, κατά το κλισέ, είναι μαραθώνιος –και πράγματι είναι–, θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί αντίστοιχα στην κυβέρνηση και θα επηρεάσει όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, της πολιτικής και της οικονομίας, γενικά το μέλλον της χώρας.

 

Τα νέα στοιχεία για τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο και ο εθισμός στη σκανδαλολογία

Δημήτρης Παπαγγελόπουλος
Το πιο σοβαρό γεγονός ήταν τα νέα στοιχεία που εμφανίστηκαν για τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ  Δημήτρη Παπαγγελόπουλο (που έχει παραπεμφθεί ήδη). Φωτ.: Eurokinissi

 

Το προηγούμενο διάστημα οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στο θέμα της πανδημίας και των εμβολιασμών. Υπάρχει ήδη ανοιχτή η κόντρα για τις δημοσκοπήσεις, με τον ΣΥΡΙΖΑ που έφερε πρόταση για εξεταστική επιτροπή στη Βουλή και τη Νέα Δημοκρατία που ζήτησε να επεκταθεί η χρονική περίοδος ώστε να συμπεριλάβει και τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ αρχικά είχαν πει ότι δεν έχουν πρόβλημα να εξεταστεί και η δική τους κυβέρνηση, τελικά αρνήθηκαν, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το Σύνταγμα. 

 

Το πιο σοβαρό γεγονός, όμως, ήταν τα νέα στοιχεία που εμφανίστηκαν για τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ  Δημήτρη Παπαγγελόπουλο (που έχει παραπεμφθεί ήδη). Τα στοιχεία αυτά κατατέθηκαν με συμπληρωματικό υπόμνημα από τον γνωστό επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή και αφορούν συνάντησή του με τον κ. Παπαγγελόπουλο και τον τότε υπουργό Επικρατείας Νίκο Παππά στο Μέγαρο Μαξίμου. Σύμφωνα με τον κ. Μιωνή (ο οποίος στο υπόμνημά του παραθέτει τον σχετικό διάλογο), ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης τού ζήτησε χρήματα για τα «έξοδα» του εκδότη της εφημερίδας «Δημοκρατία», με τον οποίο ο ίδιος ήταν σε αντιδικία. Όπως αναφέρεται στο υπόμνημα του κ. Μιωνή, τα «έξοδα» ήταν εκβιαστική κίνηση για να καταβάλει χρήματα, ώστε να σταματήσει η εφημερίδα τον πόλεμο εναντίον του. 

 

Στην Ελλάδα οι πολίτες, δυστυχώς, έχουν εθιστεί στη σκανδαλολογία και στις αθέμιτες και παράνομες συμπεριφορές πολιτικών, λόγω και του πλήθους των καταγγελιών των πολιτικών που αλληλοκατηγορούνται, ώστε πλέον δεν σοκάρονται σχεδόν με τίποτα. Σε άλλες χώρες, όμως, οι πολιτικοί απειλούνται με σοβαρές ποινές και μόνο από το γεγονός της πραγματοποίησης μιας τέτοιας συνάντησης, «ακόμα και μουγγοί να κάθονταν και να κοιτούσε ο ένας τον άλλο», όπως σχολίασε πολιτικός παράγοντας. Για την ώρα, οι εμπλεκόμενοι πολιτικοί δεν έχουν διαψεύσει αυτές τις συναντήσεις. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.