«ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΝΗΘΙΖΩ ΑΥΤΟ, αλλά νομίζω θα με καταλάβεις. Διάβασα ένα κείμενο που είχες γράψει παλιά για μια καφετζού και δεν είμαι καθόλου καλά / υποφέρω / έχω χωρίσει. Θέλεις να μου δώσεις τη διεύθυνσή της;» Λαμβάνω περίπου δύο τέτοια μηνύματα τον χρόνο στο Facebook. Mια-δυο φορές με έχουν ψάξει και εκεί που δουλεύω.  

 

Το 2010, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στη LiFO, βρέθηκα σε μια καφετζού. Το ραντεβού μού το έκλεισε γνωστός μιας συναδέλφου, γιατί η κυρία Μόνικα (που δεν λεγόταν Μόνικα) δεν έπρεπε να καταλάβει ότι είμαι δημοσιογράφος. «Σε στέλνω σε αυτήν για να μην μπλέξεις με τίποτα μαγείες, είναι επικίνδυνες αυτές», μου είχε πει.

 

Το σπίτι της ήταν κάπου στη Λιοσίων, κοντά σε ένα πολωνέζικο μπακάλικο. Μέχρι τη στιγμή που έφτασα εκεί, είχα πάρει την όλη φάση τελείως στην πλάκα. Άλλαξα γνώμη όταν μπήκα στο δωμάτιο όπου έλεγε τον καφέ. Δεξιά μου ο ένας τοίχος ήταν γεμάτος με εικόνες της Παναγίας, πεντάλφες και κάτι παράξενες μεταξοτυπίες με πυραμίδες και μάτια. Το υπόλοιπο δωμάτιο ήταν καλυμμένο από το ταβάνι ως το πάτωμα με λινάτσα και εκεί πάνω ήταν καρφιτσωμένα τα τρόπαια της νίκης της: εκατοντάδες μπομπονιέρες και βαπτιστικά. 

 

Στο κείμενο είχα αλλάξει διάφορα –το όνομά της, την εμφάνισή της–, αλλά είχα κάνει προφανές, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, πως δεν είχε βρει κάτι ουσιαστικό για μένα, ούτε και με είχε συμβουλέψει κάτι που μου άλλαξε τη ζωή.

 

Η αναζήτηση της μαγείας και του υπερφυσικού είναι συναρπαστική, ειδικά όταν η καθημερινότητα είναι ανελέητη. Κυρίως, βέβαια, κανείς δεν θέλει να πιστέψει πως η ζωή του είναι τυχαία. Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς, μια ενέργεια εκεί έξω, πως οι συμπαντικές δυνάμεις μάς υπολογίζουν.

 

Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί δέκα χρόνια μετά άγνωστοι μου έστελναν ακόμα μηνύματα για να πάνε σε μια καφετζού που δεν είχε βρει σχεδόν τίποτα σωστό. Τι είναι αυτό που σπρώχνει τους ανθρώπους σε καφετζούδες, αστρολόγους και μέντιουμ; Γιατί τόσα εκατομμύρια άνθρωποι διαβάζουν τα ζώδια με μανία; 

 

Ως γνήσιο τέκνο της αμερικανικής σχολής της αυτοβελτίωσης, πιστεύω στο «whatever works», πως αν κάτι σε βοηθάει, μάλλον είναι και καλό. Μια φίλη μου Βραζιλιάνα μου είπε κάποτε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι ο ψυχοθεραπευτής ήταν άχρηστος, τον έκοψε και άρχισε να πηγαίνει σε έναν αστρολόγο. «Άλλαξε η ζωή μου», μου είπε.

 

Η αναζήτηση της μαγείας και του υπερφυσικού είναι συναρπαστική, ειδικά όταν η καθημερινότητα είναι ανελέητη. Κυρίως, βέβαια, κανείς δεν θέλει να πιστέψει πως η ζωή του είναι τυχαία. Όλοι  θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς, μια ενέργεια εκεί έξω, πως οι συμπαντικές δυνάμεις μάς υπολογίζουν.

 

Υπάρχει πάντα το confirmation bias – πιστεύουμε αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε. Σε περιόδους απελπισίας διάβαζα τα ζώδια με μεγάλη σοβαρότητα. Όταν τα ζώδια μού έβγαιναν λάθος, έλεγα «τι μπούρδες διαβάζω». Όταν μου άρεσαν αυτά που διάβαζα, έπαιρνα θάρρος.

 

Το κείμενό μου τότε ήταν μισοαστείο-μισοσοβαρό. Έγραφα ότι η καφετζού δοκίμασε όλα τα γράμματα της αλφαβήτας, έβλεπε ένα Π, ένα Χ, ένα Β κι ένα Μ μέσα στο φλιτζάνι και με ρωτούσε για ανδρικά ονόματα («Ποιος είναι ο Πέτρος;», «Βλέπω έναν Μάκη»), στη συνέχεια ρωτούσε για γυναίκες που με ζήλευαν (η ζωή μου ήταν γεμάτη μοχθηρές συννυφάδες). Έλεγα την αλήθεια, αλλά δεν ήμουν απόλυτα ειλικρινής.

 

Εκείνο το απόγευμα κοιτούσα γύρω μου με βλέμμα περιπαικτικό, αλλά με έζωναν τα μαύρα φίδια – ζούσα μια ερωτική απογοήτευση και βαθιά μέσα μου ήλπιζα πως θα με έσωζε η κυρία Μόνικα. Πράγματι, μου είπε ότι το αντικείμενο του πόθου μου θα επέστρεφε, ότι ήταν ο έρωτας της ζωής μου και ότι θα ήμασταν για πάντα μαζί. Στην πραγματικότητα, αυτός παντρεύτηκε σε τρεις μήνες μια άλλη γυναίκα κι εγώ γνώρισα κάποιον άλλον δύο μήνες μετά. Το όνομά του ξεκινούσε με το γράμμα Θ.