Για μια ιστορία του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα

Για μια ιστορία του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα Facebook Twitter
Σκηνή από την ταινία «Summer Lovers» που γυρίστηκε στη Σαντορίνη.
0

«Όλα σ’ αυτόν τον κόσμο έχουν να κάνουν με το σεξ, εκτός από το σεξ. Το σεξ έχει να κάνει με την εξουσία».
— Όσκαρ Ουάιλντ


 

Ο πρόσφατος θάνατος του Κώστα Γκουσγκούνη, του πρώτου εγχώριου πορνοστάρ που άφησε ιστορία με τις χοντροκομμένες και ξεκαρδιστικές σεξιστικές ατάκες του, οδήγησε σε ένα κύμα νοσταλγίας τη γενιά των τότε εφήβων που θυμήθηκαν τον εαυτό τους στα ηρωικά τσοντάδικα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης να αναζητούν ταυτόχρονα την ηδονοβλεπτική ηδονή αλλά και το γέλιο σε μια εποχή που οι ίδιοι περιγράφουν ως χρόνια αθωότητας αναφορικά με το σεξ.

Ήταν όμως όλα τόσο «αθώα», αν σημαίνει κάτι αυτό; Πώς θα μπορούσε, άραγε, να σκιαγραφήσει κανείς μια ιστορία των σεξουαλικών πρακτικών στη μεταπολεμική Ελλάδα; Δεν λέω της σεξουαλικότητας, διότι αυτό προφανώς θα απαιτούσε μια ψυχαναλυτική ματιά από άλλους, πιο ειδικούς. Μιλώ εδώ για τον τρόπο που κάθε μορφή εξουσίας σε ένα κράτος και μια κοινωνία δομεί και διαμορφώνει τη σεξουαλική επιθυμία με τις διάφορες απαγορεύσεις και ελευθερίες που επιβάλλει και επιτρέπει. Κι όλα αυτά διαμέσου πάντα ποικίλων σεξουαλικών πρακτικών που μπορεί να είναι διαφορετικές σε κάθε περίοδο.

Στη σκληρά πατριαρχική Ελλάδα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου συνήθως επικεντρωνόμαστε στις απαγορεύσεις και στις κατασταλτικές μεθόδους που όντως επιβάλλονταν στη σεξουαλική έκφαση τόσο από την ίδια την εξουσία και τους θεσμούς της (π.χ. στα σχολεία) όσο και από την κοινωνία (π.χ. στην οικογένεια και στη δημόσια σφαίρα των ΜΜΕ).

Ωστόσο, στην περίφημη «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (α' τόμος) που εξακολουθεί να ξεχωρίζει για την πρωτοτυπία της, ο Μισέλ Φουκό μας ζητά να ξαναδούμε αυτή την υπόθεση όχι μέσα από τις απαγορεύσεις αλλά μέσα από αυτά που οι εκάστοτε εξουσιαστικοί μηχανισμοί, κρατικοί και κοινωνικοί, επιτρέπουν ή και προτρέπουν να γίνονται. Μιλάμε πάντα για το μη πληρωμένο σεξ, διότι το πληρωμένο αποτελεί έτσι κι αλλιώς σταθερή πρακτική όλων των κοινωνιών και εγείρει άλλη ιστορική διαπραγμάτευση.

Η εμφάνιση των συσκευών βίντεο και αντίστοιχα των βιντεοκλάμπ τη δεκαετία του '80, όπου μπορεί κανείς να νοικιάσει και να απολαύσει ιδιωτικά πορνοταινίες (πάντα στοχευμένες στην ανδρική απόλαυση), θα επιτείνει την απόκρυψη της επιθυμίας, όχι την απελευθέρωσή της. 

Θα μπορούσαμε συνεπώς να σκεφτούμε «ανάποδα»: π.χ. όχι με βάση τις απαγορεύσεις που επιβάλλει το ταμπού της παρθενίας πριν από τον γάμο στις γυναίκες της εποχής αλλά με βάση τις υπόλοιπες διεξόδους που βρίσκει η σεξουαλική επιθυμία για να εκφραστεί και στα δύο φύλα, μέσα ή έξω από τον γάμο. Διότι το άλλο που μας μαθαίνει ο Φουκό είναι ότι οι ορμές πάντα βρίσκουν τρόπο να εκφραστούν.

Κι εδώ δεν υπάρχουν «κανονικοί» και «μη κανονικοί» τρόποι έκφρασης, παρά μόνο κοινωνικά νομιμοποιημένοι ή όχι, άσχετα από το αν συχνά σκεπάζονται από ένα πέπλο λογοκρισίας. Πάντως, το ότι δεν τα συζητάμε δημοσίως δεν σημαίνει ότι δεν είναι κυρίαρχα στην ιδιωτική σφαίρα.

Πρώτα απ' όλα, από τη δεκαετία του '60 και μετά πάρα πολλές μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για μαζική «παραβίαση» του ταμπού της παρθενίας από τα νέα κορίτσια όπως και για πλήθος εκτρώσεων, παρότι προφανώς είναι κι αυτές απαγορευμένες. Εννοείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη σφαίρα της σιωπής και των μισόλογων, ενώ δεν είναι λίγα τα ανθρώπινα δράματα σε περιπτώσεις, ιδίως στην επαρχία, όπου οι κοινωνικές απαγορεύσεις είναι αγριότερες και η έκφραση των γενετήσιων ενστίκτων μπορεί να έχει μείνει καθηλωμένη στη βουκολική της εκδοχή.

Το ίδιο πέπλο σιωπής, αλλά κυρίως κοινωνικής απαξίωσης, καλύπτει και τις ομοφυλόφιλες πρακτικές που, παρότι όχι λιγότερο διαδεδομένες και γνωστές τοις πάσι, θα αργήσουν να νομιμοποιηθούν, έστω σιωπηρά, όπως οι ετεροφυλόφιλες. Ωστόσο, ένα κύμα υπόγειας χειραφέτησης, αλλά ακόμα μέσα από σφιγμένα χείλη (άρα μιας εν μέρει διαστρεβλωμένης χειραφέτησης) για τους νεολαίους των '60s μοιάζει να είναι σε εξέλιξη μαζί με τη γενικότερη αλλαγή που επιφέρει το κύμα αστικοποίησης και εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας σε αυτή την τόσο πυκνή σε ανατροπές δεκαετία. 

Για μια ιστορία του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα Facebook Twitter
Ο ερωτικός κινηματογράφος Σταρ στην Ομόνοια.

Εκφράζεται ποικιλοτρόπως μέσα από διάφορες πρακτικές. Στα νεανικά πάρτι της εποχής, που είναι η τότε νέα μόδα, φαίνεται ότι καταλύονται πολλά ταμπού, με πρώτο αυτό του προγαμιαίου έρωτα, όπως και αυτό της πολυγαμίας.

Με άλλα λόγια, για πρώτη φορά μαζικά στην Ελλάδα ο έρωτας μετατρέπεται σε «σεξ», απελευθερώνεται δηλαδή από μια ρομαντική συνθήκη μονογαμίας και αφορά την ατομική διαχείριση του σώματος, πάντα βέβαια μέσα στο πλαίσιο της πατριαρχίας, όπου ακόμα και η γυναικεία ηδονή επικαθορίζεται από την ανδρική. Άλλωστε το ζήτημα του γυναικείου οργασμού δεν συνιστά καν θέμα, ακόμα. 

Οι ηδονοβλεπτικές ηδονές είναι, πάντως, αυτές που προέχουν, με πρώτη εκείνη που συνδέεται με το στριπτίζ, και συνοδεύονται από το περιβόητο μπανιστήρι στα πάρκα (συχνά από «επαγγελματίες» του είδους, κατά τα άλλα ευυπόληπτους πολίτες που, σημειωτέον, χρησιμοποιούνταν και ως πληροφοριοδότες της αστυνομίας) ή από τους εφαψίες στα ΜΜΜ. Σε ένα ντοκιμαντέρ του Καρύδη-Fuchs το 1968 με τίτλο «Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα», που αφορά τα ξενυχτάδικα της εποχής, ο αφηγητής κάνει ειδική αναφορά στα στριπτιτζάδικα, λέγοντας ότι είναι πλέον τόσο πολλά και το ίδιο το στριπτίζ τόσο διαδεδομένο, που δεν έχει νόημα να επιμείνει σε αυτό.

Πράγματι, η ηδονοβλεπτική εκδήλωση της σεξουαλικής επιθυμίας πρέπει μάλλον να φθάνει στο απόγειό της μέσα στην επταετία της χούντας, όταν τα περίπτερα της Ομόνοιας κατακλύζονται από πορνοπεριοδικά τα οποία κρεμούν φάτσα κάρτα, χωρίς αιδώ, παρά τους δήθεν ηθικολογικούς φιλιππικούς του καθεστώτος με στόχο την προστασία της νεολαίας και της οικογένειας από τους διεφθαρμένους πορνοβοσκούς. Το έθνος έχει μετατραπεί ήδη, ίσως ανεπίστρεπτα, σε κοινωνία τσοντάκηδων. 

Από τότε χρονολογείται και η πρακτική της «τσόντας», δηλαδή της προβολής σκληρού πορνό υλικού στο ενδιάμεσο μιας κανονικής ταινίας που αποτελούσε απλώς το νόμιμο προκάλυμμα για το φιλοθεάμον κοινό το οποίο κατέκλυζε την αίθουσα, γνωρίζοντας καλά τι πήγαινε να δει. Οι κατά καιρούς εισβολές της αστυνομίας στα σινεμά αυτά, εφαρμόζοντας μεθόδους ήπιας καταστολής, μάλλον γίνονταν για να θυμίσουν ότι η κρατική εξουσία έλεγχε και αυτό το πεδίο σεξουαλικής έκφρασης, παρά για να το απαγορεύσουν.

Πολύ σύντομα, άλλωστε, μετά το 1974, που δεν θα ισχύει πλέον καμία απαγόρευση, τα τσοντοσινεμά, όπως η θρυλική Αλάσκα ή το Ροζικλαίρ στην Αθήνα, αλλά και το Λαϊκόν ή το Αλέκα στη Θεσσαλονική, θα έδιναν νόμιμη διέξοδο στις κατά μόνας ηδονάς που εξάλλου συχνά σονοδεύονταν και από ψωνιστήρι ανδρών ή και ιερόδουλων εντός της σκοτεινής αίθουσας. Γνωστές, από διηγήσεις, οι εικόνες μεγαλύτερων σε ηλικία ανδρών με μεγάλου μεγέθους αθλητικές εφημερίδες απλωμένες πάνω στα γόνατα για να κρύβουν όσα έκαναν.

Για μια ιστορία του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα Facebook Twitter

Παρά τις ποικίλες διαφυγές της σεξουαλικής επιθυμίας, το πρόβλημα ήταν ιστορικά ανεπίλυτο: η ευκαιρία της μαζικής χειραφέτησης και το χτύπημα στην πατριαρχία που προσέφερε σε όλους, αλλά κυρίως στις γυναίκες, η παγκόσμια εξέγερση του '68 θα χανόταν στα καθ' ημάς. Η αναγκαστική πολιτικοποίηση που θα αποκτήσει ο αντιχουντικός αγώνας του ελληνικού φοιτητικού κινήματος, καθώς η προτεραιότητα ήταν να πέσει το καθεστώς και να αποκατασταθεί η δημοκρατία, θα αφήσει εκτός ατζέντας τη σεξουαλική χειραφέτηση.

Το σύνθημα που λέγεται ότι γράφτηκε στους τοίχους από «παιδιά των λουλουδιών» στο υπό κατάληψη Πολυτεχνείο το 1973 και αφορούσε την «απελευθέρωση» στις παρτούζες, ακόμη κι αν ευσταθεί ιστορικά, θάφτηκε στη λήθη, σίγουρα συνειδητά από την ηγεσία του κινήματος που βρισκόταν άλλωστε κοντά στο απολύτως πουριτανικό ΚΚΕ. Εκείνη τη στιγμή δεν χωρούσαν τέτοιες α-πολίτικες διεκδικήσεις. 

Όχι ότι παιδιά των ανώτερων μεσοστρωμάτων κυρίως δεν θα υιοθετούσαν κάποιες από τις καθιερωμένες πρακτικές της χειραφετημένης νεολαίας σε άλλες δυτικές χώρες, η οποία ζούσε πλέον έντοντα επηρεασμένη από το πνεύμα του «Μάη». Στη μεταπολιτευτική Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του '70 και το '80 θα συναντήσουμε και μικρά κοινόβια με ελεύθερο το σεξ, και φοιτητές του άλλου φύλου που συζούν ανύπαντροι, και διαδεδομένο το φαινόμενο του γυμνισμού σε πολλές παραλίες των νησιών, παρότι δεν υπάρχει νομική πρόβλεψη, και τις πρώτες δειλές πρακτικές «ορατότητας» των ομοφυλόφιλων με σχετικές εκδόσεις, γκέι μπαρ, καθώς και ένα ενδιαφέρον φεμινιστικό κίνημα καλά ενημερωμένο γύρω από τα διεθνή αιτήματα.

Ωστόσο, και πάλι εδώ είναι μόνο κάποιες πρωτοποριακές νησίδες που επικρατούν, με μάλλον περιορισμένη διάχυση στην ευρύτερη κοινωνία, η οποία κατά τα άλλα συνεχίζει να αυτολογοκρίνεται ως προς τη σεξουαλική έκφραση, ανεξάρτητα από το τι κάνει στην πράξη. Άλλωστε, η εμφάνιση των συσκευών βίντεο και αντίστοιχα των βιντεοκλάμπ τη δεκαετία του '80, όπου μπορεί κανείς να νοικιάσει και να απολαύσει ιδιωτικά πορνοταινίες (πάντα στοχευμένες στην ανδρική απόλαυση), θα επιτείνει την απόκρυψη της επιθυμίας, όχι την απελευθέρωσή της. 

ΦΥΣΙΚΑ, η δεκαετία του '90 θα χαρακτηριστεί, μέσω των περιοδικών lifestyle, από μια γενικευμένη κατάλυση των ταμπού στην έκφραση. Εκείνο που θα απελευθερώσει όμως δεν θα είναι η σεξουαλική επιθυμία αλλά ο σεξισμός. Θα επικρατήσει ένας λόγος που θα θυμίζει καυλάντισμα 15χρονων του '60 (που ήταν και οι τότε εκδότες των εντύπων αυτών). «Πόσο τον έχεις», «με πόσες έχεις πάει», «ποια διάσημη έχει τα καλύτερα οπίσθια» θα είναι μερικοί από τους «διαγωνισμούς» των περιοδικών αυτών που συνέχιζαν να απευθύνονται βασικά σε πρώην καταπιεσμένους άνδρες επαρχιώτες που είχαν κάνει λεφτά. Ο εκδημοκρατισμός της επιθυμίας όλη αυτή την περίοδο είχε και τέτοιες παρενέργειες.

max cover Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού MAX από το 2006 με χαρακτηριστικούς τίτλους της εποχής.

Εξάλλου, όσα θα ακολουθούσαν από τον εικοστό πρώτο αιώνα και μετά (και παγκοσμίως) θα αποθέωναν αυτή την αυνανιστική και ηδονοβλεπτική τάση: η εποχή της ασύδοτης ελευθερίας των πορνοσάιτ του διαδικτύου, συνδυασμένη από τον απόλυτο κατακερματισμό της κοινωνίας και την αποθέωση της μοναχικής διαβίωσης, θα γενίκευε και θα νομιμοποιούσε πλήρως όχι μόνο την ηδονοβλεψία αλλά και το εξ αποστάσεως σεξ μέσα από ποικίλες ψηφιακές διαμεσολαβήσεις. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για κοινωνίες εθισμένων τσοντάκηδων αλλά και για δημιουργούς οικιακού πορνό. Γίναμε από καταναλωτές, παραγωγοί, ώστε να προσαρμόζουμε την ηδονοβλεψία μας σε μία από τις εκατοντάδες υποκατηγορίες στις οποίες έχει κατακερματιστεί οψίμως και η σεξουαλική επιθυμία: τρίο, όργια, ηλικιωμένοι, έφηβοι, υπέρβαροι, Ασιάτες ή γυναίκες με πλούσια στήθη.

Η σεξουαλική επιθυμία παγκοσμιοποιήθηκε και αυτή μέσα από νέους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που αυτήν τη φορά δεν είναι τα κράτη και τα καθεστώτα αλλά οι πλατφόρμες. Κάπως έτσι πρέπει να εξηγηθεί γιατί πολλοί απλοί χρήστες (αγόρια, αλλά κυρίως κορίτσια), ακόμη και στα συμβατικά σόσιαλ μίντια, θυμίζουν αισθητικά πορνοστάρ. Διότι η κανονικοποίηση του πορνό είναι πέραν κοινωνικής αμφισβήτησης. Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, όλο αυτό ερχόταν να συναντηθεί ιδανικά με μια κατεξοχήν ηδονοβλεπτική κοινωνία ήδη από τη δεκαετία του '60, όπως είδαμε. Εξού και στις επισκέψεις τέτοιων πορνοσάιτ φαίνεται να είμαστε πανευρωπαϊκοί πρωταθλητές. 

Τι λείπει από όλη αυτή την (ψευδο)απελευθέρωση και το φαινομενικό γκρέμισμα των ταμπού; Ένας λόγος πραγματικής χειραφέτησης. Διότι ασχέτως των σεξουαλικών πρακτικών στις οποίες επιδίδονται, λίγοι Έλληνες μπορούν να μιλούν ανοιχτά για το σεξ χωρίς να μιλούν σεξιστικά. Ακόμα και η γενναία απόπειρα ορατότητας των ομοφυλόφιλων δεν συνοδεύεται πάντα από έναν τέτοιο απελευθερωτικό λόγο, αλλά κάποτε από μια καταγγελία για την προηγούμενη καταπίεση.

Μόνο που η πραγματική χειραφέτηση δεν μπορεί να είναι ούτε η απόκρυψη ούτε η καταγγελία, ακόμα κι αν ενίοτε πρέπει να καταφύγει σε αυτά για λόγους κοινωνικών ισορροπιών ή δικαιοσύνης. Βρίσκω παραδειγματικό τον τρόπο που είχε μιλήσει ακομπλεξάριστα για το σεξ ο πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, παιδί κατά τα άλλα της καταπιεσμένης μεταπολεμικής γενιάς, που όμως δεν είχε πρόβλημα να εκθέσει σε πολύ προσωπικό, ανθρώπινο και εν τέλει τρυφερό τόνο το τι συνέβαινε στην εποχή του. Διότι μία από τις πιο υποκριτικές προσεγγίσεις στο θέμα είναι η ηθικολογία. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην μπορέσεις ποτέ να απελευθερώσεις με υγιή τρόπο την επιθυμία, αφήνοντας να την κυβερνούν άλλοι για σένα.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ιστορίες για τη Σεξουαλικότητα» από τον 16ο αι. μέχρι σήμερα: Ένα καινοτόμο ελληνικό βιβλίο

Βιβλίο / «Ιστορίες για τη Σεξουαλικότητα» από τον 16ο αι. μέχρι σήμερα: Ένα καινοτόμο ελληνικό βιβλίο

Αυνανισμός, σεξουαλική βία, αφροδίσια, ομοερωτισμός και άλλες «Ιστορίες για τη Σεξουαλικότητα», σε ένα νέο εκδοτικό εγχείρημα που φωτίζει με νέο τρόπο, παλιά ταμπού.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί ενδίδει στις πρόωρες εκλογές ο Μητσοτάκης (πάνω που είχε πείσει ότι εννοούσε όσα έλεγε για εξάντληση της τετραετίας)

Βασιλική Σιούτη / Γιατί ενδίδει στις πρόωρες εκλογές ο Μητσοτάκης

Με βάση τα σημερινά δεδομένα η κυβέρνηση είχε δύο εμπόδια για να ξαναβγεί αυτοδύναμη: τον χειμώνα και τον εκλογικό νόμο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται ότι αποφάσισε να αφαιρέσει το ένα, αυτό του χειμώνα. Η αβεβαιότητα όμως είναι εδώ.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
Το τραπ, οι «τραπιστές» και γιατί πρέπει να μιλάμε (και να κρίνουμε)

Λοξή Ματιά / Το τραπ, οι «τραπιστές» και γιατί πρέπει να μιλάμε (και να κρίνουμε)

Το τραπ μοιάζει να είναι ένας καπιταλιστικός υπερ-ρεαλισμός με λούμπεν επιχρωματισμό. Επομένως δεν παραπέμπει σε κάτι αιρετικό ή εναντιωματικό, δεν είναι κάποιου είδους αντικουλτούρα που τρομάζει «τους γέρους αστούς».
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
4 λόγοι να δεις Borgen

Οπτική Γωνία / Τέσσερις λόγοι να δεις «Borgen»

Καθώς το ελληνικό καλοκαίρι προχωράει, το κόστος ζωής ανεβαίνει και τα ελληνικά νησιά ακριβαίνουν, η ιδέα των διακοπών με Νetflix και κλιματιστικό κερδίζει έδαφος. Το «Borgen» είναι ένα πολιτικό δράμα από τη Δανία. Ξεκίνησε το 2010 και πρόσφατα επανήλθε με την 4η σεζόν. Αξίζει!
ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Μακρόν

Οπτική Γωνία / Η επομένη των γαλλικών βουλευτικών εκλογών

Τους επόμενους μήνες θα φανεί ποια τάση θα επικρατήσει και αν πηγαίνουμε προς μια πολιτική αναδιάταξη ή προς ένα πλήρως κατακερματισμένο τοπίο που ενδεχομένως να επηρεάσει ολόκληρη την Ευρώπη.
ΕΥΤΥΧΗΣ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΣ
Eπτά σκέψεις για τη Γαλλία (μετά τις εκλογές)

Νικόλας Σεβαστάκης / Eπτά σκέψεις για τη Γαλλία (μετά τις εκλογές)

Ο πολιτικός ορίζοντας που διαγράφεται πλέον δυσκολεύει αφάνταστα τις συναινέσεις, διευκολύνοντας τη διαρκή σύγκρουση. Το πώς θα κυβερνηθεί η Γαλλία τα επόμενα πέντε χρόνια δεν αφορά μόνο τους Γάλλους.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Πληρότητα εκατό τοις εκατό

Λοξή Ματιά / Πληρότητα εκατό τοις εκατό

Μόνο το παρόν υπάρχει, το μέλλον το χειρίζονται οι δημόσιοι στοχαστές, οι προφήτες των μεγάλων μεταβολών και το μικρό στράτευμα όσων ανά την υφήλιο δίνουν διαλέξεις ή φτιάχνουν βίντεο για την τεχνητή νοημοσύνη, τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις ή τα βιολογικά όρια στον πλανήτη.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ