ΕΙΔΑ ΤΥΧΑΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ στα social media ότι πέθανε πριν από λίγες μέρες στην Ύδρα, όπου ζούσε ως μόνιμος κάτοικος τις τελευταίες δεκαετίες, ο καταξιωμένος Αμερικανός εικαστικός και συγγραφέας Μάικλ Λόρενς.

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποχώρησε πλήρης ημερών όχι λόγω ηλικίας (ήταν 78 χρονών) αλλά λόγω της ζωής που έζησε, των τόπων που διέμεινε, των ανθρώπων που γνώρισε στην κόψη του περασμένου αιώνα.

 

Ήταν γιος του Μαρκ Λόρενς, άξιου καρατερίστα του παλιού Χόλιγουντ με ειδίκευση στους γκάνγκστερ και στους πάσης φύσεως «κακούς» (χαρακτηριστικός ο ρόλος του Ζίγκι στο Key Largo του Τζον Χιούστον, πλάι στον Μπόγκαρτ, την Μπακόλ και τον Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον), και της ποιήτριας Φάνια Φος.

 

Είχε μόλις κλείσει τα επτά του χρόνια όταν υπό την πίεση του φάσματος του μακαρθισμού η οικογένειά του μετακόμισε στη Ρώμη της Τσινετσιτά και του Φελίνι, καθιστώντας την παιδική του ηλικία ένα μαγικό και σουρεαλιστικό ταξίδι, μια εξερεύνηση των μυστικών της Ιστορίας με φόντο τα λαμπρά ερείπια και μνημεία της Αιώνιας Πόλης και τα συναρπαστικά πρώιμα σπαράγματα της Ντόλτσε Βίτα. Στα μέσα της εφηβείας του όμως επέστρεψε στο Λος Άντζελες όπου λίγο αργότερα γνώρισε τον συνομήλικό του και συμφοιτητή του στο Πανεπιστήμιο UCLA, Τζιμ Μόρισον.

 

Το νήμα της ζωής του Μόρισον κόπηκε νωρίς, ο Λόρενς όμως μόλις είχε ξεκινήσει την καλλιτεχνική του διαδρομή και έναν περιπατητικό κοσμοπολιτισμό χαρακτηριστικό της μποέμ διασποράς του προηγούμενου αιώνα, που θα τον έφερνε ξανά πίσω στην Ευρώπη αλλά και σε μέρη όπως το Αφγανιστάν ή η Ταγγέρη, όπου θα συναντούσε τον Πολ Μπόουλς.

 

Πριν από μερικά χρόνια είχε κυκλοφορήσει κι ένα ωραίο βιβλίο απομνημονευμάτων του από εκείνη την περίοδο με τον τίτλο Tripping With Jim Morrison & Other Friends (το εισαγωγικό σημείωμα, μάλιστα, φέρει την υπογραφή του περιβόητου «γκουρού της ψυχεδέλειας» Τίμοθι Λίρι).

 

«Συνάντησα τον Τζιμ Μόρισον μια ζεστή μέρα του 1964 στο Πάρκο Χόλπμπι, κοντά στο UCLA» γράφει στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. «Ήταν ο πρωταγωνιστής μιας φοιτητικής ταινίας. Τον είδα από μακριά να στέκεται στην κορυφή του λόφου και να ακούει τον σκηνοθέτη. Η στάση του ισορροπούσε ανάμεσα στην πλήρη προσοχή και στη νωχελική περισυλλογή –δεν περίσσευε ούτε μια ακατάστατη χειρονομία– ενώ άλλες στιγμές έμοιαζε σα να λιποθυμά αργά με τον τρόπο ενός σπουδαίου και γεμάτου χάρη μαέστρου που αποχαιρετά την ορχήστρα σαν Ζεν μοναχός που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμου διαλογισμού».

 

Σε ένα άλλο σημείο περιγράφει τον τρόπο που ο Τζιμ Μόρισον «κουλουριαζόταν καθώς ρύθμιζε εμμονικά τα κουμπιά του ραδιοφώνου, σα να σκύβει μπροστά στο ιερό του ναού, σα να αποτελεί αυτή η αφοσιωμένη ακρόαση την πηγή όλων των συνδέσεων, σα να αναγνωρίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο η ομορφιά όλων των πραγμάτων». 

 

Το νήμα της ζωής του Μόρισον κόπηκε νωρίς, ο Λόρενς όμως μόλις είχε ξεκινήσει την καλλιτεχνική του διαδρομή και έναν περιπατητικό κοσμοπολιτισμό χαρακτηριστικό της μποέμ διασποράς του προηγούμενου αιώνα, που θα τον έφερνε ξανά πίσω στην Ευρώπη αλλά και σε μέρη όπως το Αφγανιστάν ή η Ταγγέρη, όπου θα συναντούσε τον Πολ Μπόουλς.

 

Βλέποντας τον 20ό αιώνα να βαδίζει ασθμαίνων προς το τέλος του, αποφάσισε να μετοικήσει μόνιμα στην Ύδρα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος, την ώρα που έργα του εκτίθεντο σε διάσημες γκαλερί και επιφανή εικαστικά ιδρύματα του πλανήτη.