Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
0

Τα σώματά μας θα χαθούν θα σβήσουν από μας θα μείνη μέχρι της συντελείας των αιώνων αυτό το "σε αγαπώ" που σου ψιθύρισα στις ώρες τις πιο κρυφές.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
21 Οκτωβρίου 1907Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννιέται στην Αθήνα.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ήταν ο δεύτερος γιος του Κωσταντινουπολίτη Παναγιώτη και της κόρης ανώτερου υπαλλήλου στο Ταχυδρομείο Ερριέτης.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Με τον αδελφό του στην Κωνσταντινούπολη όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Το 1923 πήγε στο Πρίσι όπου γράφτηκε εσωτερικός σε Λύκειο και μυήθηκε στη δυτική φιλοσοφία.Τις αργίες έμενε στο σπίτι του θείου του ιατρού Λιάμπεη.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Το 1927 υπηρέτησε τη θητεία του ως στρατιώτης ακροβολιστής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Το 1928 συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα και εργάστηκε μέχρι το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφιάς στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα πήγαινε στο νυχτερινό Γυμνάσιο του Ψυρρή για να αποκτήσει και ελληνικό Απολυτήριο.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος / Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του, τέμπερες σε χαρτί που εικονίζουν παλιά σπίτια πόλεων της Δ. Μακεδονίας, στην Έκθεση «Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως», στην Αίθουσα Στρατηγοπούλου.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ποιητής και Μούσα / Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής. Είχε προηγηθεί το 1938 η πρώτη ποιητική του συλλογή: Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν.

από καιρό τώρα
–και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–
είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς.

 Το 1942 γράφει τον Μπολιβάρ και τον Σεπτέμβριο του 1944 τυπώνεται σε βιβλίο

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ο Προφητάναξ Δαβίδ / Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Το 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
"Ο Καβάφης ακόμη και στα γηρατειά του ήταν έφηβος, ωραίος, δε μπορούσε ποτέ να ήταν κουρασμένος" / Το 1948 ο Εγγονόπουλος ζωγράφισε το πορτρέτο του Καβάφη, με βάση μια φωτογραφία του 1932.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Θησέας και Μινώταυρος / Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις, ενώ το 1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του.

Θα την τσακίσω εγώ τη νοσταλγία σου.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ορφέας, Ευρυδίκη και Ερμής / Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Εγγονόπουλος σχεδίαζε κοστούμια για παραστάσεις, ζωγράφιζε και έγραφε ποίηση, εκδίδοντας συλλογές και συμμετέχοντας σε εκθέσεις σε όλη την Ελλάδα. Το 1958 πήρει το Πρώτο Βραβείο Ποιήσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Το 1960 νυμφεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Τσιόκου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Δύο Φιλόσοφοι και Ένας Στρατιωτικός Ήρωας / Το 1961 γεννιέται η κόρη του Ερριέττη.

Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη.

 Νοέμβριος 1964: Κυκλοφορεί ο δίσκος "Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο" από την εταιρεία «Διόνυσος»

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Σπάνιο σχέδιο του Εγγονόπουλου / Το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Γεωργίου Α΄.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Έρως και Ψυχή / Το 1973 με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αποχώρησε από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο. Το 1976 ονομάστηκε ομότιμος καθηγητής του.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Ο σιδεράς / Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Εμφύλιος πόλεμος / Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter
Άνδρας δημιουργεί, γυναίκα εμπνέει / Ποιήματα του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα από φωτογραφίες Facebook Twitter

 _____________

Μπολιβάρ, 

ένα ελληνικό ποίημα
 
 
 
ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ 
 
Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs
 
 
 
 
Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, 
     για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, 
     τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
     γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
     κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
     γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
     πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, 
     οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα, 
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
     νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.
 
Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε 
     η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο 
     συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
     Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.
 
Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας 
     τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
     ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
     πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
     κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
     μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι, 
     γενναίοι και δυνατοί.
 
Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα 
     δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη 
     τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
     για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, 
     κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
     πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
     άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
     νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, 
     αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
     εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)
 
Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.
 
Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα 
     ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
     μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, 
     και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
     στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
     όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια 
     ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης 
     σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, 
     ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.
 
Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι, 
     και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς, 
     και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.
 
Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι, 
     κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει 
     η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
     το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα 
     δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του. 
     Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με 
     τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια 
     (η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
     ο Μπολιβάρ!

 
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος 
     στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
     του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
     Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της 
     Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
     του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, 
     της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας, 
     της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, 
     Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
     πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο 
     Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.
 
Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική 
     ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει 
     την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
     τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.
 
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας 
     μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε 
     στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν 
     τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
 
Σε πρωτοσυνάντησα, σαν είμουνα παιδί, 
     σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού,
Μια καντήλα στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως νάσαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές που πήρε, 
     κι άφησε, διαδοχικά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;
 
Μπογιάκα, Αγιακούτσο. Έννοιες υπέρλαμπρες κι αιώνιες. 
     Είμουν εκεί.
Είχαμε από πολλού περάσει, ήδη, την παλιά μεθόριο:
     πίσω, μακρυά, στο Λεσκοβίκι, είχαν ανάψει φωτιές.
Κι ο στρατός ανέβαινε μέσα στη νύχτα προς τη μάχη,
     π’ ακούγονταν κιόλα οι γνώριμοί της ήχοι.
Πλάι κατέρχουνταν, σκοτεινή Συνοδεία, ατέλειωτα 
     λεωφορεία με τους πληγωμένους.
 
Μην ταραχθή κανείς. Κάτω εκεί, νά, η λίμνη.
Από δω θα περάσουν, πέρ’ απ’ τις καλαμιές.
Υπομονευτήκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη, 
     του ξακουστού, του άφταστου στα τέτοια.
     Στις θέσεις σας όλοι. Η σφυρίχτρα ηχεί!
Ελάτες, ελάτε, ξεζέψτε. Ας στηθούν τα κανόνια, 
     καθαρίστε με τα μάκτρα τα κοίλα, 
     τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια,
Τα τόπια δεξιά. Βρας!
Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ!
 
Κάθε κουμπαράς, π’ εξεσφενδονιζόταν κι άναφτε,
Είταν κι ένα τριαντάφυλλο για τη δόξα του μεγάλου στρατηγού,
Σκληρός, ατάραχος ως στέκονταν μέσα στον κορνιαχτό 
     και την αντάρα,
Με το βλέμμ’ ατενίζοντας προς τ’ αψηλά, το μέτωπο στα νέφη,
Κι είταν η θέα του φριχτή: πηγή του δέους, του δίκιου 
     δρόμος, λυτρώσεως πύλη.
 
Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μπολιβάρ,
Πόσα «ντολάπια» και δε σού ’στησαν να πέσης, να χαθής,
Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι,
     ένας Φιλιππουπολίτης.
Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν,
     όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,
Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες 
     πάνω απ’ την κεφαλή σου.
Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν 
     τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι, 
     και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,
Κι οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε 
     στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν, 
     σύννεφο το χώμα και λιθάρια.
Κι οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν.
(Σαν θάρθη μάρμαρο, το πιο καλό, από τ’ Αλάβανδα,
     μ’ αγίασμα των Βλαχερνών θα βρέξω την κορφή μου,
Θα βάλω όλη την τέχνη μου αυτή τη στάση σου 
     να πελεκήσω, να στήσω ενού νέου Κούρου
     τ’ άγαλμα στης Σικίνου τα βουνά,
Μη λησμονώντας, βέβαια, στο βάθρο να χαράξω 
     το περίφημο εκείνο «Χαίρε παροδίτα».)
 
Κι εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ
     δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,
Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης
     προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.
Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια 
     αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη:
     τη στιγμή,
Της Μάχης της μεγάλης που είτανε γι’ αυτόνα μόνο,
Κι όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος στρατός κι εχθρός,
     ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος 
     κι εξιλαστήριο θύμα.
(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο 
     μέσα του στέκονταν,
Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ιησουιτώνε και του
     ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)
 
Κι αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας Μπολιβάρ! που
     σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,
Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη,
     πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.
 
 
 
επίκλησις
 
Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,
Του Αντωνίου Οικονόμου ― που τόσο άδικα τον σφάξαν ― 
     και του Πασβαντζόγλου αδελφός,
Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ 
     ξαναζεί στο μέτωπό σου.
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε απόγονός σου 
     ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,
Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιος σου.
 
 
 
 
 
 
ΧΟΡΟΣ
 
στροφή
 
(entrée des guitares)
 
Αν η νύχτα, αργή να περάση,
Παρηγόρια μάς στέλνει τις παλιές τις σελήνες,
Αν στου κάμπου τα πλάτη φαντασμάτων σκοτάδια
Λυσικόμους παρθένες μ’ αλυσίδες φορτώνουν,
Ήρθ’ η ώρα της νίκης, ήρθε ώρα θριάμβου.
Εις τα σκέλεθρα τ’ άδεια στρατηγών πολεμάρχων
Τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ’ αίμα,
Και το κόκκινο χρώμα πούχαν πριν τη θυσία
Θα σκεπάση μ’ αχτίδες της σημαίας το θάμπος.
 
 
 
 
αντιστροφή
 
(the love of liberty brought us here)
 
 
τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες 
κι ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ώς εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι:
Libertad
 
 
 
επωδός
 
(χορός ελευθεροτεκτόνων)
 
Φύγετε μακρυά μας αρές, μη ζυγώσετε πια, corazón, 
Απ’ τα λίκνα στ’ αστέρια, απ’ τις μήτρες στα μάτια, 
     corazón, 
Όπου απόγκρημνοι βράχοι και ηφαίστεια και φώκιες, 
     corazón, 
Όπου πρόσωπο σκούρο, και χείλια πλατειά, κι ολόλευκα δόντια, 
     corazón, 
Ας στηθεί ο φαλλός, και γιορτή ας αρχίση, με θυσίες ανθρώπων, με χορούς, 
     corazón, 
Μέσ’ σε σάρκας ξεφάντωμα, στων προγόνων τη δόξα, 
     corazón, 
Για να σπείρουν το σπόρο της καινούργιας γενιάς, 
     corazón.
 
 
 
 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Μετά την επικράτησιν της νοτιοαμερικανικής επαναστάσεως στήθηκε στ’ Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντιγκότα του ήρωος, ο προκαλούμενος θόρυβος είτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν και, διά καταλλήλων ενεργειών, επέτυχαν την κατεδάφιση του μνημείου.
 
 
 

ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

(Εδώ ακούγονται μακρυνές μουσικές που παίζουν, μ’ άφθαστη μελαγχολία, νοσταλγικά λαϊκά τραγούδια και χορούς της Νοτίου Αμερικής, κατά προτίμησιν σε ρυθμό sardane).
 
 
στρατηγέ
τι ζητούσες στη Λάρισα
συ
ένας
Υδραίος;

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι ρέπλικες δεν πεθαίνουν ποτέ: 40 χρόνια Blade Runner

Σαν Σήμερα / 40 χρόνια «Blade Runner»: Οι ρέπλικες δεν πεθαίνουν ποτέ

Η θρυλική ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ που έκανε πρεμιέρα ακριβώς πριν από 40 χρόνια έσμιξε μοναδικά το φιλμ νουάρ με την επιστημονική φαντασία για να αναρωτηθεί τι σημαίνει τελικά να είσαι άνθρωπος.
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ