Οι λέξεις «Facebooking», «Twitterer» και «Bashtag» αναγνωρίστηκαν από το λεξικό Collins

Οι λέξεις «Facebooking», «Twitterer» και «Bashtag» αναγνωρίστηκαν από το λεξικό Collins Facebook Twitter
0

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Venturebeat, το γνωστό λεξικό Collins, αποφάσισε να αναγνωρίσει ως επίσημες λέξεις όρους που προέρχονται από τον κόσμο του internet, όπου η ψηφιακή γλωσσοπλασία είναι εξαιρετικά διαδεδομένη.

Οι όροι «Τwitterer» (χρήστης του Twitter), «bashtag» (Twitter hashtag που χρησιμοποιείται για επικριτικά σχόλια) και «thanx» (ανεπίσημο thanks), θα συμπεριληφθούν στις σελίδες του λεξικού.

Σημειώνεται ότι για να εγκριθεί κάποια λέξη θα πρέπει πρώτα να περάσει από τον έλεγχο ειδικών λεξικογράφων, οι οποίοι αποφασίζουν εάν πληρεί ορισμένα κριτήρια: Να είναι ευρέως γνωστές και να έχουν κάποια διάρκεια.

Μερικές ακόμα λέξεις που θα προστεθούν στο λεξικό είναι:

        BBM [from: ugc_frankpr] abbreviation for (1) trademark BlackBerry Messenger: an instant messaging application for BlackBerry devices ▷ n (2) a message sent or received using BlackBerry Messenger ▷ vb (3) to send a message using BlackBerry Messenger.


        bridezilla (ˌbraɪdˈzɪlə) n [from: ugc_bhumit176] slang for a woman whose behavior in planning the details of her wedding is regarded as intolerable.


        crowdfunding (ˈkraʊdˌfʌndɪŋ) n [from: ugc_monkjack] the funding of a project by a large number of supporters who each contribute a small amount > ˈcrowdˌfund vb


        cyberstalking (ˈsaɪbəˌstɔːkɪŋ) [from: ugc_collinsdict] n the practice of using electronic communications to harass someone persistently > ˈcyberˌstalker n


        FaceTime n (1) [from: ugc_minijo1] trademark of an application for a mobile communications device that enables people to speak to each other while simultaneously observing each other on a video display ▷ vb (usually not capitals) (2) [from: ugc_minijo1] to speak to someone using this application


        fanboy (ˈfænˌbɔɪ) n [from: ugc_bmsmpppousa] informal — an ardent or obsessive admirer, esp a young man


        hyperconnectivity (ˌhaɪpəˌkɒnɛkˈtɪvɪtɪ) n [from: ugc_rhirji] the use of multiple systems and devices to remain constantly connected to social networks and streams of information


        livestream (ˈlaɪvˌstriːm) [from: ugc_collinsdict] vb (1) to broadcast (an event) on the internet as it happens ▷ n (2) a live broadcast of an event on the internet


        photobomb (ˈfəʊtəʊˌbɒm) vb [from: ugc_collinsdict] informal — to intrude into the background of a photograph without the subject’s knowledge

Τech & Science
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ