Στο ερώτημα αν έχει αρκετό πράσινο η Αθήνα (σε 39 τετραγωνικά χιλιόμετρα αντιστοιχούν 2,174 τ.μ. χώρου πρασίνου) η απάντηση εξαρτάται από το πόσο μακροσκοπικά τη βλέπει κανείς.

 

«Η απάντηση είναι “κυρίως όχι”, αλλά και “ναι”», εξηγεί ο δρ. Θωμάς Δοξιάδης, αρχιτέκτονας τοπίου, «εξαρτάται πόσο zoom out κάνεις στο Google Earth. Αν κάνεις σε επίπεδο Αττικής, το μητροπολιτικό συγκρότημα της Αθήνας έχει πολύ φυσικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να είναι και θάλασσα και ρέματα που μπορεί να μην έχουν χρώμα πράσινο, αλλά είναι εξίσου αξιόλογα.

 

Στην μητροπολιτική κλίμακα η Αθήνα έχει πολύ σημαντικά φυσικά στοιχεία, τα οποία, αν τα δεις στις μετρήσεις τετραγωνικών ανά κάτοικο, είναι μια καλή κατάσταση, δεν είναι μια πόλη που περιβάλλεται από βιομηχανικές ζώνες, χωρίς φυσικούς αποδέκτες και φυσικά συστήματα. Σε αυτή την κλίμακα είναι πολύ καλά.

 

Άμα κάνεις περισσότερο zoom in στην αυστηρά κτισμένη περιοχή του λεκανοπεδίου, δεν έχει αρκετό πράσινο. Οι μετρήσεις λένε ότι έχει τριάντα τετραγωνικά ανά κάτοικο, αλλά τεκμηριωμένα δεν είναι αρκετό. Αν κάνεις όμως κι άλλο zoom, θα δεις ότι υπάρχουν περιοχές, όπως το κέντρο της Αθήνας, που έχουν πολύ πράσινο.

 

Το ευρύτερο κέντρο έχει αρκετούς φυσικούς χώρους, έχει τον Εθνικό κήπο, τον λόφο της Ακρόπολης, τον λόφο του Φιλοπάππου, τον λόφο του Λυκαβηττού, τον λόφο του Στρέφη, το πάρκο Συγγρού, το Πεδίον του Άρεως. Αν μένεις στο κέντρο, σε μια απόσταση δεκαπέντε λεπτών με τα πόδια έχεις δυο-τρεις φυσικούς χώρους. Από την άλλη, αν πας σε περιοχές όπως τα Πατήσια και διάφορα μέρη της δυτικής Αθήνας, υπάρχει πολύ λίγο φυσικό στοιχείο και πολύ λίγοι ελεύθεροι χώροι. Και μετά, άμα κάνεις ακόμα μεγαλύτερο zoom, και μπεις στην κλίμακα της καθημερινής σου ζωής, δηλαδή στον δρόμο σου, το σπίτι σου, στο σχολείο σου – εκεί πάλι δεν έχει πράσινο.

 

Άρα, η Αθήνα έχει το παράδοξο ότι έχει ή δεν έχει πράσινο, ανάλογα με το zoom που κάνεις, που σημαίνει ότι έχει καλά στοιχεία τα οποία έχεις την ευθύνη να τα προστατέψεις και κάπως να τα συνδέσεις με τη ζωή της πόλης. Και έχεις την ευθύνη να συμπληρώσεις πράσινο, ή φυσικό στοιχείο, ή ποιοτικό υπαίθριο χώρο στη μικροκλίμακα, σε αυτό που ζούμε στην απόλυτη καθημερινότητά μας».

 

Οι νεραντζιές είναι συγκινητικά δέντρα, τη δεκαετία του ’50, που όλη η Αθήνα μύριζε από τα λουλούδια τους, ήταν όμορφα, αλλά τότε τα κτίρια ήταν διώροφα και τριώροφα, τώρα, που είναι επτά και οκτώ ορόφων, η νεραντζιά δεν βοηθάει τόσο. Και γεμάτος νεραντζιές να είναι ο δρόμος, δεν μοιάζει και πολύ πράσινος, γιατί η νεραντζιά είναι στο ύψος ενός ανθρώπου και τα κτίρια από πάνω είναι πολυώροφα, άρα θες κλίμακα πρασίνου που να είναι αντίστοιχη με την κλίμακα της πόλης.

 

Τα προβληματικά δέντρα στους δρόμους του κέντρου

doxiadis
Δρ. Θωμάς Δοξιάδης, αρχιτέκτων – αρχιτέκτων τοπίου, doxiadis +Architects – Landscape Architects 

Αν δεχτούμε ότι η Αθήνα έχει αρκετό πράσινο στο κέντρο, γιατί είναι αδύνατο να περπατήσεις στους κεντρικούς δρόμους με 45 βαθμούς Κελσίου και νεκρώνει η πόλη; Στις 3 Αυγούστου, που η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 47,7 βαθμούς, το κέντρο είχε ερημώσει εντελώς, και όχι μόνο επειδή ο κόσμος είχε φύγει για διακοπές.

 

Δρόμοι όπως η Πανεπιστημίου, η Σταδίου, πλατείες όπως η Ομόνοια ή η Κοτζιά δεν έχουν ίχνος σκιάς, και ακόμα και όπου υπάρχουν δέντρα, η σκιά που προσφέρουν είναι από μηδενική έως ελάχιστη, που σημαίνει ότι είναι λάθος επιλογές για μια πόλη σαν την Αθήνα – ή κάποιος τα διαχειρίζεται λάθος (είναι ελάχιστα τα μεγάλα δέντρα στο κέντρο).

 

«Ακόμα πιο σημαντικό από την ποσότητα του πρασίνου είναι η ποιότητά του, γιατί μπορεί, αν το μετράς σε τετραγωνικά, να πεις ότι “έχω έναν πράσινο χώρο”, ναι, αλλά τι ποιότητα έχει αυτός ο χώρος;» λέει ο κ. Δοξιάδης.

 

«Υπάρχουν κάποια κριτήρια γι’ αυτό: είναι δροσερός το καλοκαίρι, είναι ευχάριστος για να κάνω τη βόλτα μου; Είναι ασφαλής για τα παιδιά; Βοηθάει τη βιοποικιλότητα στην πόλη; Που κι αυτή έχει σημασία, επειδή στην πόλη δεν κατοικούν μόνο άνθρωποι και γενικά αποδεικνύει, όσο περνάει ο χρόνος, ότι όσο πιο πολλά ζώα, πεταλούδες, μέλισσες υπάρχουν σε μια περιοχή, τόσο αναζωογονείται το σύστημα. Έχει σημασία αν το μέγεθος της βιοποικιλότητας είναι στην κλίμακα της πόλης.

 

Οι νεραντζιές είναι συγκινητικά δέντρα, τη δεκαετία του ’50, που όλη η Αθήνα μύριζε από τα λουλούδια τους, ήταν όμορφα, αλλά τότε τα κτίρια ήταν διώροφα και τριώροφα, τώρα, που είναι επτά και οκτώ ορόφων, η νεραντζιά δεν βοηθάει τόσο. Και γεμάτος νεραντζιές να είναι ο δρόμος, δεν μοιάζει και πολύ πράσινος, γιατί η νεραντζιά είναι στο ύψος ενός ανθρώπου και τα κτίρια από πάνω είναι πολυώροφα, άρα θες κλίμακα πρασίνου που να είναι αντίστοιχη με την κλίμακα της πόλης.

 

Κι εκεί υπάρχουν διάφορα θέματα: το ένα είναι ότι, λόγω της ιστορίας της Αθήνας, υπάρχουν πολλά δέντρα που είναι σχετικά μικρά σε μέγεθος, όπως οι νεραντζιές, το δεύτερο ότι υπάρχει μια ντιρεκτίβα στις υπηρεσίες πρασίνου των δήμων να κρατάνε τα δέντρα πάρα πολύ κοντά. Οι μουριές στη νότια Ιταλία, σε πόλεις όπως το Παλέρμο, είναι τεράστια δέντρα – η μουριά μπορεί να γίνει ένα πολύ ωραίο μεγάλο δέντρο, αλλά με διαφορετικό χειρισμό από αυτόν της Αθήνας.

 

Στην Αθήνα τα πιο μεγάλα δέντρα φτάνουν στο ύψος του πρώτου ορόφου γιατί έτσι είναι εύκολος ο χειρισμός τους – χρειάζονται ψηλά μηχανήματα και ειδικοί εργάτες για να κλαδέψεις ένα ψηλό δέντρο, ενώ το χαμηλό το κλαδεύεις με μια σκάλα. Άλλοι λένε ότι παραπονούνται οι κάτοικοι της περιοχής που χάνουν το φως ή φοβούνται μην ανέβουν ποντίκια. Και στην Ιταλία υπάρχουν ποντίκια, και, τέλος πάντων, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ακριβώς στην Αθήνα κρατάμε τα δέντρα τόσο χαμηλά». 

 

Τα προβληματικά δέντρα μιας υπερβολικά τσιμενταρισμένης πόλης
Ο “Μεγάλος Περίπατος” είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, πιθανώς επειδή κανείς δεν βάζει φοίνικες, έχουν μείνει στα στοκ των φυτωρίων και μπορείς να τους βρεις σε πολύ φτηνές τιμές. Είναι και το μοναδικό έργο τελευταία που έχει επενδύσει σε φοίνικες.  Φωτ.: Eurokinissi

 

Όταν φυτεύτηκαν τα δέντρα της Αθήνας, οι ανάγκες ήταν διαφορετικές, το ίδιο και οι συνθήκες στην πόλη, δεν γίνεται το 2021 να φυτεύεις ακόμα φοίνικες. «Ο φοίνικας είναι ένα πολύ ακριβό δέντρο που συνδέεται με τη νεοκλασική Αθήνα», λέει ο κ. Δοξιάδης, «δηλαδή με τη νεοκλασική εποχή, πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, που τον χρησιμοποιούσαν πολύ. Γι’ αυτό βλέπεις σε σημεία παλιούς φοίνικες. Μετά δεν ήταν τόσο πολύ της μόδας και επανέκαμψε τη δεκαετία του ’90. Αυτό που έχω ακούσει είναι ότι στον φοίνικα υπήρχαν πολύ μεγάλες μίζες, επειδή ήταν ακριβό φυτό.

 

Όταν ήμουν υπεύθυνος για το πράσινο των Ολυμπιακών Αγώνων, κάναμε μια καμπάνια, επειδή τότε τα είχα πάρει με τον φοίνικα, έλεγα “πώς είναι δυνατό στην Αθήνα, όπου το ιερό δέντρο είναι η ελιά, να φυτεύουν όλοι φοίνικες;”. Είχαμε κάνει μια συντηρητική καμπάνια προώθησης της ελιάς και, ευτυχώς, έγινε η ελιά το δέντρο της μόδας. Μετά έπεσε και το σκαθάρι που τρώει τους φοίνικες και πλέον δεν βάζουν φοίνικες σε νέες φυτεύσεις.

 

Ο “Μεγάλος Περίπατος” είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, πιθανώς επειδή κανείς δεν βάζει φοίνικες, έχουν μείνει στα στοκ των φυτωρίων και μπορείς να τους βρεις σε πολύ φτηνές τιμές. Είναι και το μοναδικό έργο τελευταία που έχει επενδύσει σε φοίνικες.  

 

Στην Αθήνα τα φυλλοβόλα δέντρα, που έχουν μεγάλα φύλλα και περισσότερη σκιά, για κάποιον λόγο αποφεύγονται. «Υπάρχουν οι μουριές, τα πλατάνια, οι κουτσουπιές σε αρκετά σημεία του κέντρου, αλλά τα πλατάνια τα αποφεύγουν πια», λέει ο κ. Δοξιάδης.

 

«Στην παλιά Αθήνα, σε δρόμους που είχαν διαμορφωθεί προπολεμικά, τα χρησιμοποιούσαν τα πλατάνια, έχει η Αρεοπαγίτου, η Μητροπόλεως. Δεν έχω βγάλει άκρη γιατί τα αποφεύγουν τα φυλλοβόλα. Έχω μια υποψία ότι υπάρχει μια προτίμηση στα δέντρα που είναι πιο εύκολα στη συντήρηση, που δεν προκαλούν προβλήματα (σ.σ. που δεν ρίχνουν τα φύλλα το φθινόπωρο, για να χρειάζεται να τα καθαρίσει συνεργείο του δήμου).

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει η Αθήνα, αν την κοιτάξεις απ’ την οπτική του δέντρου, είναι ότι είναι υπερβολικά τσιμενταρισμένη, τσιμεντούπολη. Ακόμα και κάτω από τα πεζοδρόμιά μας, κάτω από τις πλάκες, έχουμε τσιμέντο, που δεν είναι δεδομένο και δεν συμβαίνει σε άλλες πόλεις. Αυτό σημαίνει ότι αφήνουν μια τρύπα για το δέντρο στο τσιμέντο, που μπορεί να είναι στο μέγεθος του καφασιού για φρούτα. Εκεί μέσα δεν μπορεί να μεγαλώσει ένα δέντρο. Γι’ αυτό βλέπεις ότι φυτεύονται διάφορα καινούργια δέντρα στην πόλη, αλλά δεν φτουράνε, επειδή οι συνθήκες στις οποίες έχουν φυτευτεί δεν είναι κατάλληλες.

 

Αυτό που λέμε πάντα ως επαγγελματίες είναι ότι καλύτερα να δώσεις πενήντα ευρώ στον λάκκο και δέκα ευρώ στο δέντρο, παρά πενήντα στο δέντρο και δέκα στον λάκκο. Γιατί μακροχρόνια ο λάκκος είναι που θα καθορίσει αν θα πάει καλά το δέντρο. Ένα δέντρο δεν μπορεί να ζήσει σε ζαρντινιέρες». 

 

εθνικός κήπος
Σύμφωνα με τις μετρήσεις, στον Εθνικό Κήπο υπάρχει μια διαφορά θερμοκρασίας 4 με 5 βαθμών Κελσίου μέσα με έξω, είναι χαμηλότερη μέσα στον κήπο, που είναι πάρα πολύ μεγάλη. Φωτ.: Eurokinissi

 

Τι προσφέρει ένα δέντρο

«Το δέντρο είναι φοβερό “μηχάνημα”, παράγει οξυγόνο και δεσμεύει διοξείδιο του άνθρακα χωρίς κανένα κόστος, απλώς με την ενέργεια του ήλιου, και θέλει πολλή αγάπη, γιατί βοηθάει όλο τον πλανήτη, όχι μόνο μία πόλη. Τα δέντρα αντιλαμβάνονται κάποια πράγματα, έχουν έναν βαθμό συνείδησης, υπάρχουν μελέτες που λένε ότι όταν σβήνεις ένα τσιγάρο πάνω σε ένα δέντρο, κάποιοι ηλεκτρικοί παλμοί μέσα του εκτινάσσονται, ξέρουμε ότι τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω των μυκόρριζων, των δικτύων μυκήτων που έχει το έδαφος.

 

Τα φυτά δεν μεγαλώνουν απλώς αλλά κάτι αισθάνονται, άρα είναι και πολύ πολύτιμο για μας, γιατί μας δίνουν κάτι, αλλά θέλουν και σεβασμό, όπως σέβεσαι έναν άνθρωπο ή ένα ζώο, είτε σου είναι χρήσιμο είτε όχι. Και ανταποκρίνονται, όταν τα φροντίζεις και τους δείχνεις αγάπη, πάνε πολύ καλύτερα. Στις συνθήκες του καλοκαιριού ένα δέντρο καθαρίζει τον αέρα, κατεβάζει τη θερμοκρασία, ανεβάζει την υγρασία – το πόσο εξαρτάται από το δέντρο, το μέγεθός του, το είδος του.

 

Σύμφωνα με τις μετρήσεις, στον Εθνικό Κήπο υπάρχει μια διαφορά θερμοκρασίας 4 με 5 βαθμών Κελσίου μέσα με έξω, είναι χαμηλότερη μέσα στον κήπο, που είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οπότε, για το μικροκλίμα, και σκεπτόμενοι το μέλλον της Αθήνας, είναι ξεκάθαρο ότι όσο πιο πολύ πράσινο βάλουμε, τόσο πιο καλές, και ευχάριστες, συνθήκες θα έχουμε. Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι με τα 80.000 στρέμματα που κάηκαν το μικροκλίμα σε κλίμακα λεκανοπεδίου θα χειροτερέψει αισθητά, όπως είχε γίνει μετά τις φωτιές του 2007. 

 

Όσον αφορά τους θάμνους, είναι κι αυτοί χρήσιμοι, εξαρτάται, βέβαια, από τις συνθήκες. Τα δέντρα προσφέρουν πιο πολύ σε επίπεδο μικροκλίματος, μπορεί όμως οι θάμνοι να προσφέρουν πιο πολύ σε επίπεδο βιοποικιλότητας. Να δημιουργηθούν δηλαδή πιο πλούσιες συνθήκες για άλλες μορφές ζωής κι αυτό τελικά να βοηθάει συνολικά το σύστημα. Είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα είδος ισορροπίας».

 

Οι πνεύμονες πρασίνου της πόλης

696
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Πέρα από το περιαστικό πράσινο, στην αστική ποιότητα της πόλης συνεισφέρουν και τα μεγάλα πάρκα σε διάφορες περιοχές της. Το πάρκο Τρίτση, το Αττικό Άλσος, το κτήμα Συγγρού, το πάρκο Γουδί, το άλσος Βεΐκου, το άλσος Παγκρατίου και το άλσος Καισαριανής, το άλσος Νέας Σμύρνης και το άλσος Χωροφυλακής, το άλσος Αιγάλεω.

 

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε πάρκο και η σωστή συντήρησή του είναι ένας παράγοντας πολύ σημαντικός για την ενίσχυση της ποιότητας ζωής της πόλης. Τα παρατημένα στη μοίρα τους πάρκα, παρότι είναι στο κέντρο της Αθήνας, όπως αυτό του Θησείου, μπορεί να είναι επικίνδυνα για την περιοχή (ένα πάρκο που δεν ποτίζεται και δεν κλαδεύεται αυξάνει τον κίνδυνο πυρκαγιάς και δεν μειώνει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος το ίδιο με ένα περιποιημένο πάρκο). 

 

«Τα μεγάλα πάρκα, όπως της Φιλαδέλφειας, το πάρκο του Νιάρχου, του Ελληνικού που θα γίνει, του παραλιακού μετώπου, σαφώς προσθέτουν στο πράσινο», λέει ο κ. Δοξιάδης.

 

«Δεν θα τα ονόμαζα πνεύμονες, γιατί το περισσότερο οξυγόνο παράγεται στη θάλασσα. Όταν έχεις έναν τεράστιο πνεύμονα, που είναι ο Σαρωνικός, και προσθέσεις δίπλα λίγο πράσινο, σε αυτή την κλίμακα δεν κάνει διαφορά, κάνει πολύ μεγάλη διαφορά όμως στην τοπική κλίμακα. Δεν είναι πνεύμονας για το λεκανοπέδιο, είναι πνεύμονας για τη γειτονιά αυτά τα πάρκα, επίσης είναι πνεύμονες και από μια άλλη άποψη, καθώς είναι αποδεδειγμένες οι ωφέλειες του να βγαίνεις κάθε μέρα και να κάνεις έναν περίπατο σε έναν φυσικό χώρο. Κι ας μην είναι πνεύμονες της πόλης με την έννοια ότι καθαρίζουν το οξυγόνο, μπορεί να βοηθάνε σε ατομικό επίπεδο. Πας εκεί, περπατάς για μισή ώρα και πράγματι οι πνεύμονές σου έχουν ανανεωθεί. Όταν υπάρχει κάτι που σε τραβάει στο φυσικό στοιχείο, αυτό βοηθάει την υγεία και την ευεξία».

 

ΚΠΙΣΝ
Δεν είναι πνεύμονας για το λεκανοπέδιο, είναι πνεύμονας για τη γειτονιά αυτά τα πάρκα, επίσης είναι πνεύμονες και από μια άλλη άποψη, καθώς είναι αποδεδειγμένες οι ωφέλειες του να βγαίνεις κάθε μέρα και να κάνεις έναν περίπατο σε έναν φυσικό χώρο. Κι ας μην είναι πνεύμονες της πόλης με την έννοια ότι καθαρίζουν το οξυγόνο, μπορεί να βοηθάνε σε ατομικό επίπεδο. Φωτ.: Eurokinissi

 

Τα δέντρα που θα κοπούν για το μετρό

Στην επιβαρυμένη περιβαλλοντική κατάσταση της Αθήνας έρχονται να προστεθούν και τα έργα του μετρό, που για να δημιουργηθούν τα εργοτάξια απαιτείται η κοπή τουλάχιστον 1.200 δέντρων. Το κόψιμο των δέντρων είναι κάτι που δεν προβλέπεται να αποφευχθεί, γιατί διαφορετικά το κόστος των εργασιών θα είναι πολύ μεγαλύτερο.

 

Ο κ. Νίκος Ταχιάος, πρόεδρος της Αττικό Μετρό, εξηγεί: «Για να ολοκληρωθεί το έργο, θα πρέπει να δημιουργηθούν εργοτάξια. Σε όλους τους σταθμούς θα κατασκευαστούν εργοτάξια, χώροι οι οποίοι θα καταληφθούν από μηχανήματα, σιλό, γερανούς, κι αυτό απαιτεί προφανώς να είναι ανοιχτό το πεδίο, δηλαδή θα γίνει κοπή δέντρων. Σε όλη τη φάση της κατασκευής αυτό το πράσινο δεν μπορεί να αποκατασταθεί, θα παραμείνουν κομμένα τα δέντρα αυτά όλο αυτό το διάστημα. Αυτό το πράσινο προβλέπεται ότι θα επανατοποθετηθεί, αλλά για ένα διάστημα οκτώ ετών και πιθανότατα και παραπάνω αυτά τα δέντρα θα λείπουν απ’ την Αθήνα.

 

Ο ανάδοχος της εργολαβίας τώρα τα μετράει, δεν ξέρουμε πόσα θα είναι ακριβώς. Σε όλα τα εργοτάξια θα κοπούν δέντρα, όπου θα γίνει σταθμός, τα οποία θα αποκατασταθούν ολικώς μετά την ολοκλήρωση του έργου. Αν σε δέκα χρόνια οι δήμοι απαιτήσουν κάτι παραπάνω, η διοίκηση της Αττικό Μετρό θα το αντιμετωπίσει.

 

Το είδος του δέντρου και η αποκατάσταση γίνεται σε συνεργασία με τους δήμους, είναι δική τους υπόθεση, αλλά αυτό θα ξεκινήσει να μπαίνει σε καλούπι μετά από οκτώ-δέκα χρόνια. Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μελέτες εφαρμογής, έχουμε προμελέτες, προκαταρκτικές κιόλας. Το έργο είναι μήκους δώδεκα χιλιομέτρων, μιλάμε για πολύ συγκεκριμένα σημεία, δεν είναι τόσο τρομακτικό το νούμερο των 1.200 δέντρων. Προφανώς υπάρχει ένα θέμα, αλλά γίνεται για καλό, αλλιώς δεν μπορεί να γίνει ένα έργο». 

 

«Αυτά τα 1.200 δέντρα στην κλίμακα του λεκανοπεδίου δεν θα κάνουν διαφορά αλλά θα έχουν επίπτωση στην κλίμακα της άμεσης γειτονιάς» λέει ο κ. Δοξιάδης. «Αν είναι έξω από ένα σχολείο ή σε μια πλατεία, θα είναι αισθητή η διαφορά. Το ιδανικό σενάριο θα ήταν να είχε γίνει μια αξιολόγηση, να πουν ότι εδώ υπάρχει μια λεμονιά είκοσι ετών και δεν με ενδιαφέρει και εδώ ένα πλατάνι εκατό ετών, με διάμετρο είκοσι μέτρα, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το κρατήσουμε. Αυτή θα ήταν μια καλή κίνηση.

 

Το δεύτερο που έχει μεγάλη σημασία, άπαξ και ολοκληρωθούν τα έργα, είναι όχι τι δέντρα θα μπούνε αλλά τι συνθήκες θα έχουν δημιουργηθεί για να μπούνε δέντρα, αν έχουν φτιάξει ζαρντινιέρες, όπως αυτές που έφτιαξαν πάνω από την πλατεία Κοτζιά, όπου τα φυτά δεν μπορούσαν να εξελιχθούν – αν είναι στενές, ρηχές, δεν έχουν καλή απορροή κ.λπ., είναι σαν να μην έχεις κάνει τίποτα. Αν έχεις φτιάξει συνθήκες αφράτες, βαθιές και ωραίες για τα δέντρα, μετά από τριάντα χρόνια η γειτονιά θα έχει και σταθμό μετρό και μεγάλα δέντρα. Το θέμα είναι τα έργα να αφήσουν πίσω τους πολύ καλές συνθήκες για την ανάπτυξη των επόμενων δέντρων».

 

ΣΑΒΒΑΤΟ Τα προβληματικά δέντρα μιας υπερβολικά τσιμενταρισμένης πόλης
Όταν υπάρχει κάτι που σε τραβάει στο φυσικό στοιχείο, αυτό βοηθάει την υγεία και την ευεξία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η εμπειρία από την Πορτογαλία

«Από το 2018 το γραφείο μας μελετάει δύο μεγάλα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου στην Πορτογαλία. Με έκταση 3.000 στρεμμάτων το ένα και 300 το άλλο, βρίσκονται και τα δύο εντός περιοχών φυσικής προστασίας σε πανέμορφα τοπία. Μας είχε κάνει από την αρχή θετική εντύπωση το ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης των οικοπέδων, το οποίο ξεκινάει από εθνικό χωροταξικό πλαίσιο και φτάνει μέχρι προέγκριση γενικών χωροταξικών σχεδίων των ίδιων των οικοπέδων με ευθύνη του εκάστοτε δήμου. Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση μας έχει κάνει το πολύ συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο για αντιπυρικό σχεδιασμό που απαιτείται εντός των ίδιων των μελετών τοπιακής διαμόρφωσης των οικοπέδων. 

 

Το καλοκαίρι του 2017 ήταν καταστροφικό για την Πορτογαλία. Πυρκαγιές πρωτοφανούς μεγέθους σάρωσαν τμήματα της χώρας, με αποτέλεσμα τόσο την απώλεια φυσικών και άλλων περιοχών όσο και την απώλεια ζωών. Η αντίδραση ήταν άμεση. Εντός μηνών το πορτογαλικό κράτος ετοιμάζει ένα ολοκληρωμένο νέο θεσμικό πλαίσιο πυροπροστασίας. Βασίζεται στην πρόληψη, σε μεγάλο βαθμό μέσω στρατηγικών διαχείρισης του χώρου.   

 

Το πλαίσιο συμπεριλαμβάνει και τις μελέτες νέων κατασκευαστικών έργων. Οι διαμορφώσεις των οικοπέδων ενσωματώνουν υποχρεωτικά και προτεινόμενα μέτρα προστασίας. Μεγάλες αντιπυρικές ζώνες στα όρια των μεγάλων οικοπέδων, διάσπαση των ομάδων δέντρων, και σταδιακή μείωση της καύσιμης ύλης καθώς πλησιάζουμε σε κτίρια, δρόμους και άλλα ευαίσθητα σημεία. Για παράδειγμα, γύρω από κτίρια ορίζονται αυτόματα αντιπυρικές ζώνες 50, 10 και 2 μέτρων, με σταδιακή μείωση των μεγάλων δέντρων, των μεγάλων και των μικρών θάμνων. Οι διαμορφώσεις περιλαμβάνουν βαθμό ευελιξίας, αφού τα αντίστοιχα σχέδια εγκρίνονται από την εκάστοτε πυροσβεστική υπηρεσία.  

 

Με το σύνολο των μέτρων που έχει πάρει, η Πορτογαλία έχει αλλάξει εντελώς το τοπίο της πυρκαγιάς στη χώρα, αποκτώντας εμπειρία κρίσιμη για όλες τις χώρες με παρόμοιες συνθήκες, όπως η Ελλάδα».  
 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.