ΣΥΖΗΤΟΥΣΑΜΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ με τους φοιτητές μου του σεμιναρίου των Ηθικών Νικομαχείων στη Βιέννη την αριστοτελική πραγμάτευση της φιλίας (βιβλία 8 και 9). Στο βιβλίο 8 έγινε αναπόφευκτα θέμα συζήτησης η προβληματική για τα σημερινά δεδομένα στάση του Αριστοτέλη απέναντι στους δούλους και στις γυναίκες. Οι πρώτοι δεν θεωρούνται ικανοί για φιλία, ενώ οι δεύτερες θεωρούνται ότι άρχονται από τους άνδρες κατ᾽ αξίαν (1161b32).

 

Ο Αριστοτέλης συζητά επίσης την αγάπη (φιλία) μεταξύ γονιών και παιδιών και παρατηρεί ότι οι γονείς αγαπούν τα παιδιά όπως τους εαυτούς τους (1161b18). Στη συνέχεια προσθέτει ότι οι μητέρες αγαπούν περισσότερο τα παιδιά (αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι, 1168a25) γιατί η γέννα τους, υποστηρίζει, είναι επίπονη διαδικασία για εκείνες.

 

Η φοιτήτρια που παρουσίαζε το αριστοτελικό κείμενο αντέδρασε αμέσως. Εγώ ως φεμινίστρια, είπε, δεν μπορώ να δεχτώ κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να δεχτώ, συνέχισε, ότι οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά περισσότερο από τους πατέρες, και δεν μπορώ να δεχτώ επίσης μεθοδολογικά τον βιολογισμό της αριστοτελικής σκέψης που υπάρχει εδώ.

 

Συμφωνήσαμε όλοι οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου, όπως είχαμε συμφωνήσαμε νωρίτερα και στο θέμα της δουλείας, στο θέμα της υποτιθέμενης αρχής των ανδρών επί των γυναικών, ότι ο Αριστοτέλης κάνει λάθος, παρασυρμένος από παραδοσιακές απόψεις της εποχής του. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι άλλωστε δεν είναι αυτοί που δεν κάνουν λάθη, αλλά αυτοί που αξίζει να διαλέγεται κανείς μαζί τους και να τους παίρνει ως αφετηρία περαιτέρω σκέψης.

 

H νοοτροπία, το λεξιλόγιο, το σκεπτικό των δικαστών μας δεν έχει αλλάξει. Οι πατέρες παραμένουν στην αντίληψη τους ο δευτερεύων γονιός, ο υποδεέστερος με κάποιον τρόπο τώρα που υποτίθεται ότι αποδομήθηκε η βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας – αἱ μητέρες παραμένουν στη σκέψη των δικαστών φιλοτεκνότεραι. Κατά συνέπεια οι αιτήσεις των πατέρων δεν εξετάζονται, δεν ενδιαφέρουν, δεν είναι καν πηγή έγκυρων πληροφοριών.

 

Η καταδίκη της ανισότητας των γονιών από νέες και νέους μιας κεντροευρωπαϊκής χώρας δεν θα μπορούσε να είναι πιο κάθετα αντίθετη στην τρέχουσα ελληνική δικαστική νοοτροπία. Σε αυτή τίποτα ακόμη δεν άλλαξε παρά την έντονη συζήτηση για την ανάγκη γονικής ανατροφής των παιδιών από κοινού και εξίσου και από τους δύο γονείς και παρά την ψήφιση ενός νέου νόμου.

 

Πολύ πρόσφατη απόφαση για επιμέλεια παιδιών όχι μόνο δίνει την αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα απορρίπτοντας ακόμη και το επικουρικό αίτημα του πατέρα για συναπόφαση σε ζητήματα παιδείας και υγείας, κάτι που προβλέπει ο νέος νόμος (ο οποίος θα ισχύσει, αν ισχύσει, από τον Σεπτέμβρη), αλλά δείχνει πλήρη περιφρόνηση στον πατέρα και στην αίτησή του. Η επαγγελματική του ιδιότητα περιγράφεται λανθασμένα ακριβώς γιατί η πηγή ήταν τα έγγραφα της αντίδικης μητέρας, πράγμα που σημαίνει ότι δική του αίτηση δεν εξετάστηκε ούτε ως πηγή πληροφόρησης για τα στοιχεία που τον αφορούν. Η απόφαση πιθανολογεί τον ισχυρό δεσμό των παιδιών με την μητέρα, όταν η πρόεδρος είχε εξετάσει τα παιδιά, ακολουθώντας υποτίθεται τον νέο νόμο, και είχε ανακοινώσει σε δικηγόρους και μητέρα ότι τα παιδιά λατρεύουν τον πατέρα τους ενώ για την μητέρα τους δεν είχαν να πούνε πολλά πράγματα. Γιατί λοιπόν να χρειαστεί να πιθανολογήσει κάποιος όταν έχει φτάσει σε διαπιστώσεις από την εξέταση των ίδιων των παιδιών;

 

Η απάντηση είναι απλή. H νοοτροπία, το λεξιλόγιο, το σκεπτικό των δικαστών μας δεν έχει αλλάξει. Οι πατέρες παραμένουν στην αντίληψη τους ο δευτερεύων γονιός, ο υποδεέστερος με κάποιον τρόπο τώρα που υποτίθεται ότι αποδομήθηκε η βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας – αἱ μητέρες παραμένουν στη σκέψη των δικαστών φιλοτεκνότεραι. Κατά συνέπεια οι αιτήσεις των πατέρων δεν εξετάζονται, δεν ενδιαφέρουν, δεν είναι καν πηγή έγκυρων πληροφοριών.

 

Ας ενημερωθούν όμως οι δικαστές μας επιτέλους ότι την υπεροχή της μητέρας την έχει απορρίψει ο πολιτισμένος κόσμος (και προσφάτως η κοινωνία μας) ως άποψη που όζει τόσο όσο και αυτή της υπεροχής του άνδρα επί της γυναίκας και της μίας φυλής επί της άλλης. Την έχουν απορρίψει όλοι όσοι πιστεύουν στην ισότητα των ανθρώπων και στο δικαίωμα των παιδιών να απολαμβάνουν κοινή ανατροφή. Ας ενημερωθούν επιτέλους πως κρίνουν τα οικογενειακά ζητήματα οι συνάδελφοί τους δικαστές στη Γαλλία, στην Αυστρία, στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

 

Δυστυχώς το βαθύ κράτος της δικαστικής προκατάληψης δεν έχει αλλάξει. Και θα χρειαστούν παρεμβάσεις της πολιτείας, ίσως και περαιτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις, για να αρθεί η δικαστική πλάνη περί υπεροχής του ενός γονέα.

 

*Ο Γιώργος Καραμανώλης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης