TI ΣΟΪ ΠΟΘΟΣ είναι ο «δικός μας», γιατί διαφέρει, γιατί εξιτάρει, γιατί σοκάρει, πώς κάποιοι άνθρωποι ρισκάρουν στο όνομά του τη σωματική τους ακεραιότητα, την ελευθερία, την ίδια τους τη ζωή, πόσο διαφορετικά τον βιώνει και τον εκφράζει κάθε γενιά; Και αν έχουμε φτάσει πια στο «τέλος της ντροπής», αν το στοίχημα της ορατότητας, της ισότητας, της αποδοχής και της αυτοπραγμάτωσης κερδίζεται καθημερινά, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες, είμαστε πια στ’ αλήθεια ελεύθεροι και ωραίοι ή αντιμετωπίζουμε νέες απειλές, καινούργιες αγκυλώσεις; Μας αρκεί να μας «ανέχονται» ή τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα;

 

Γεννημένη στο Μουλχάιμ της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, η 54χρονη σήμερα Γερμανίδα συνομιλήτριά μου, που υπήρξε μαθήτρια του Γιούργκεν Χάμπερμας, ήταν γνωστή ως ρεπόρτερ ειδικευμένη σε διεθνή θέματα και μάχιμη πολεμική ανταποκρίτρια με αποστολές «υψηλού ρίσκου» σε χώρες όπως το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Κόσοβο, η Αϊτή, το Ισραήλ, η Γάζα, η Αίγυπτος και το Ιράκ για το «Spiegel», τη «Süddeutsche Zeitung» και την «El Pais». Μάλιστα, είχε συγγράψει και βιβλία για τις εμπειρίες της αυτές, μέχρι το 2013, όμως, οπότε πρωτοεκδόθηκε στα γερμανικά το «Ο δικός μας πόθος», τίποτα δεν προμήνυε ένα βιβλίο σαν αυτό. Γιατί τότε και όχι πριν; «Γιατί τότε ένιωσα έτοιμη».

 

Εξομολογητική αυτοβιογραφία, μανιφέστο και ταυτόχρονα βαθύς αναστοχασμός πάνω στην επιθυμία, τη σεξουαλικότητα και την πολιτική των σωμάτων και των ηδονών, έγινε μπεστ-σέλερ εντός και εκτός Γερμανίας, εκπλήσσοντας ευχάριστα και την ίδια, όπως λέει.     

 

Σκόπευε, λέει, να γράψει για το πόσο στοιχίζει να μεγαλώνεις χωρίς καθόλου εικόνες ή γλώσσα να περιγράψεις τον πόθο σου, αλλά ταυτόχρονα ήθελε «απεγνωσμένα» να είναι ένα χαρούμενο βιβλίο, που να μιλάει για τη δυνατότητα μιας ευτυχισμένης ζωής, μιας προοπτικής που παλιότερα «απλώς δεν υπήρχε». Μίλησε για τον πατερναλισμό και την υποκρισία της ανέξοδης ανοχής, για την αναγκαιότητα η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση, περισσότερη αλληλεγγύη και να χτίσει ευρύτερες συμμαχίες απέναντι στις αντιδραστικές ρητορικές και πρακτικές της ακροδεξιάς και της alt right, για τις παρανοήσεις κάποιων αριστερών επίσης, για τα στερεότυπα, την τρανς ορατότητα, την παιδεραστία, για την ανησυχία της σχετικά με το κατά πόσο η πανδημία και τα lockdowns θα επηρεάσουν τη χειραφέτηση και την κοινωνικοποίησή μας, καθώς οι ιντερνετικές πλατφόρμες, όσο χρήσιμες κι αν είναι, δεν αρκούν.

 

Για το «προνόμιο» του να είσαι γκέι, που έγκειται στο ότι αμφισβητείς de facto θεσμούς, κανόνες και στεγανά, στο ότι «μπορείς να εφεύρεις εσύ τον εαυτό σου» ‒ένα «προνόμιο» που οφείλουμε, λέει, να διαφυλάξουμε απέναντι σε κάθε κανονικοποίηση που το αμφισβητεί‒, για τις νέες προκλήσεις και την ανάγκη να αμφισβητούμε διαρκώς τις βεβαιότητές μας, εφόσον «κάθε γενιά επαναπροσδιορίζει το τι σημαίνει πολιτικά δικαιώματα, διεκδίκηση και αγώνας, αναζητά καινούργια ορολογία, καινούργιες εικόνες και νέα μοντέλα συμπεριληπτικότητας».  

 

Με έχουν «επικηρύξει» απλώς και μόνο επειδή είμαι μια αριστερή queer διανοούμενη ‒ δεν νιώθω περήφανη γι’ αυτό, αλλά, τουλάχιστον, μου επιτίθενται και με μισούν για κάτι που πραγματικά είμαι: queer, αντιφασίστρια και αντιρατσίστρια! Είμαι εντελώς αντίθετη με ό,τι πρεσβεύει η ακροδεξιά, οπότε η στοχοποίησή μου είναι κάπως σαν επιβεβαίωση και όχι, δεν τους φοβάμαι.

 

Δηλώνει περήφανα «queer, αντιφασίστρια και αντιρατσίστρια», στέκεται απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης, έμφυλης, κοινωνικής ή οικονομικής, διακηρύττει ότι το δικό της στοίχημα είναι να ζήσει «μια ζωή γεμάτη πόθο και έρωτα», την πεισμώνουν δε ακόμα περισσότερο εκείνοι που την «επικήρυξαν» για τα πιστεύω της (το όνομά της μπήκε στις λίστες «ατόμων προς εκτέλεση» που αναρτούν εκφοβιστικά ακροδεξιές ομάδες στο διαδίκτυο, μετά την κυκλοφορία του τελευταίου της βιβλίου «Against Hate»).  

 

Τη χαροποιεί, μου λέει, πολύ που ο «Δικός μας πόθος» εκδόθηκε στα ελληνικά και ελπίζει να ξαναεπισκεφτεί σύντομα την Αθήνα –είχε έρθει ως φοιτήτρια, οπότε γύρισε τη μισή Ελλάδα με οτοστόπ!‒, να σεργιανίσει, να γνωρίσει κόσμο, να συζητήσει με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα όχι μόνο για σεξουαλικότητα και διακρίσεις αλλά και για το πώς η πανδημία έκανε τη Γερμανία να χαλαρώσει από τις τόσο αυστηρές μνημονιακές αξιώσεις, «κάτι που πριν αποτελούσε ταμπού».  

 

ο δικος μας πόθος
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Carolin Emcke, «Ο δικός μας πόθος», Μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης, εκδόσεις Πόλις

— Με καθήλωσε από τις πρώτες σελίδες ο «Δικός μας πόθος», ίσως και επειδή ανήκουμε στην ίδια γενιά και μοιραστήκαμε αρκετά κοινά βιώματα, παρότι μεγαλώσαμε σε διαφορετικές χώρες. Αλλά και στη δεκαετία του ’80, οπότε περνούσαμε από την εφηβεία στην ενηλικίωση, παρά ή και εξαιτίας της καταστροφικής επιδημίας του HIV, ενισχύθηκε η ΛΟΑΤΚΙ+ αυτοσυνείδηση και οι δικαιωματικές διεκδικήσεις.

Έτσι ακριβώς. Όταν έγραφα το βιβλίο, νόμιζα ότι αφορούσε μια εμπειρία περιορισμένη σε ένα συγκεκριμμένο πλαίσιο, σε μια συγκεκριμένη χώρα και εποχή, όταν εκδόθηκε όμως συνειδητοποίησα ότι αφορούσε πολλούς ανθρώπους σε πολλά διαφορετικά μέρη αφενός, ότι συγκίνησε και συγκινεί ακόμα και πολύ νεότερους, δίχως ανάλογα βιώματα, αφετέρου. Ναι, η γενιά μας έζησε σίγουρα μεγάλες αλλαγές, αυτές όμως αφορούσαν κυρίως τις μητροπόλεις και τα μεγάλα αστικά κέντρα – δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά στην επαρχία ούτε κι εδώ, στη Γερμανία.

 

Δεν ξέρω πώς έχει η κατάσταση σήμερα στην Ελλάδα, πάντως στη Γερμανία, με τα κινήματα του δεξιού λαϊκισμού, υπάρχει ένα πισωγύρισμα, δηλαδή μπορεί νομικά και θεσμικά να έχουμε σαφώς προοδεύσει από τη δεκαετία του ’80, αλλά η καθημερινότητα πολλών ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων είναι ακόμα πολύ δύσκολη. Ίσως γι’ αυτό να είχε το βιβλίο τέτοια απήχηση, κάτι που, ομολογώ, δεν το περίμενα! 

 

— Ο λαϊκισμός έχει κι εδώ μεγάλη πέραση και γενικά η ελληνική κοινωνία είναι πιο συντηρητική από τη γερμανική. Η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης το ’15 και της Νομικής Αναγνώρισης Ταυτότητας Φύλου το ’17 συνάντησε πολλές αντιδράσεις. Βρίσκει κανείς πολλές ομοιότητες στο πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες στις ευρωπαϊκές χώρες, όμως στη δικτυωμένη κοινωνία της πληροφορίας ένα νέο άτομο έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης, δεν συμφωνείτε; 

Πράγματι, εμείς δεν είχαμε παρά κάποια βιβλία και ταινίες ως σημεία αναφοράς. Όμως όλα σχεδόν τα βιβλία και οι ταινίες που μπορούσαμε να δούμε και να διαβάσουμε αφορούσαν ιστορίες βίας, καταπίεσης, αυτοκτονίας, πόνου και βασάνων… 

 

— Ναι, μας είχε «στοιχειώσει» κι εμάς ο Φασμπίντερ!

Α, σπουδαίος σκηνοθέτης, αλλά, ναι, μελαγχολούσες κάθε φορά! Και μετά ήρθε το AIDS και οι λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αναφορές έγιναν ακόμα πιο δραματικές. Ξεκινώντας την ιστορία του συμμαθητή μου, που ονομάζω Ντάνιελ στο βιβλίο, σκόπευα να γράψω για το πόσο στοιχίζει να μεγαλώνεις χωρίς καθόλου εικόνες ή γλώσσα να περιγράψεις τον πόθο σου, όμως ταυτόχρονα ήθελα απεγνωσμένα να είναι ένα χαρούμενο βιβλίο που να μιλάει για τη δυνατότητα μιας διαφορετικής, μιας ευτυχισμένης ζωής.

 

Αυτό δεν υπήρχε όταν μεγαλώναμε. Φανταζόσουν ότι αυτή η ζωή υπήρχε κάπου, κάπως, αλλά ο κόσμος μιλούσε πάντα μόνο για την καταπίεση, την απελπισία και τη βία. Το σημαντικότερο για μένα σχετικά με αυτό το βιβλίο είναι ότι περιέχει τόσο την ιστορία του πόνου όσο και την ιστορία της χαράς και του θριαμβεύοντος πόθου.  

 

— Υπήρχε παλιότερα η πεποίθηση ότι η πορεία προς την απελευθέρωση θα είναι ευθύγραμμη και αλματώδης, όμως δεν συμβαίνει έτσι ακριβώς.

Πράγματι. Όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο μου, το 2013, δεν είχε νομιμοποιηθεί ακόμα ο γάμος μεταξύ ομοφύλων στη Γερμανία –υπήρχε μόνο σύμφωνο συμβίωσης‒ ούτε είχαν δυνατότητα τεκνοθεσίας. Συγκρίνοντας το σήμερα με το χτες, μπορείς σίγουρα να πεις ότι, ναι, γίνανε κάποια σημαντικά νομικά και πολιτικά βήματα αναγνώρισης, μολονότι, όταν ψηφιζόταν στο γερμανικό Κοινοβούλιο το νομοσχέδιο για τον γάμο –οι βουλευτές ψήφιζαν με κόκκινη ή πράσινη κάρτα, ανάλογα με το αν ήταν υπέρ ή κατά, οπότε έβλεπες ποιος υπερψήφιζε και ποιος όχι‒, η Άνγκελα Μέρκελ «έβγαλε» κόκκινη κάρτα. Ο νόμος πέρασε, όμως η ίδια η καγκελάριος το καταψήφισε, με ό,τι σημαίνει αυτό σημειολογικά.

 

Σήμερα είμαι πολύ λιγότερο αισιόδοξη. Αυταρχικά, αντιδημοκρατικά, φασιστικά κινήματα είναι σε άνοδο παγκοσμίως. Οι δεξιοί εξτρεμιστές και η alt right προσπαθούν να κυριαρχήσουν στη δημόσια σφαίρα με συνθήματα ενάντια στον φεμινισμό, στην πολιτική ορθότητα, στις ταυτοτικές και στις έμφυλες πολιτικές. Οι πιο μετριοπαθείς συγχαίρουν κιόλας εαυτούς που είναι ήδη τόσο φοβερά ανεκτικοί, αλλά λένε, ok, ως εδώ. Το είπαν για τα δικαιώματα των μαύρων και το κίνημα Black Lives Matter, το επαναλαμβάνουν και με τις φεμινιστικές και τις ΛΟΑΤΚΙ+ διεκδικήσεις. «Έχετε ήδη ένα σωρό δικαιώματα, μέχρι να παντρευτείτε σας επιτρέψαμε, τι στο διάολο θέλετε ακόμα;» εξανίστανται.

 

Θα έλεγα ότι η όλη συζήτηση περί ανοχής είναι ιδιαίτερα προβληματική, γιατί η ανοχή κατευθύνεται πάντα από πάνω προς τα κάτω, έχει έναν πατερναλισμό του τύπου «εμείς σάς ανεχόμαστε, παρότι δεν είσαστε φυσιολογικοί».

 

Στη Γερμανία αυτή η εξέλιξη συνδέθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό με την εκλογή του Τραμπ και την προσπάθεια να «κατανοήσουμε» τους ψηφοφόρους του: «Ω, ξέρεις, όλη αυτή συζήτηση για τη διαφορετικότητα και τις ταυτότητες αγνόησε τη λευκή εργατική τάξη…». Δηλαδή να κατανοήσουμε τον ρατσισμό, τις μισογύνικες και τις ομοφοβικές macho συμπεριφορές! Όλες οι ερμηνείες για την επιτυχία του Τραμπ επιχειρούσαν να συγκαλύψουν το ρατσιστικό υπόβαθρο των ψηφοφόρων του.

 

carolin emcke
Θα έλεγα ότι η όλη συζήτηση περί ανοχής είναι ιδιαίτερα προβληματική, γιατί η ανοχή κατευθύνεται πάντα από πάνω προς τα κάτω, έχει έναν πατερναλισμό του τύπου «εμείς σάς ανεχόμαστε, παρότι δεν είσαστε φυσιολογικοί». Φωτ.: Andreas Labes

 

— Υπάρχει, νομίζω, σήμερα και μια άλλη «πρόκληση», που κι εσείς θίγετε στο βιβλίο: ο αγώνας για τις ταυτότητες είναι μεν χρήσιμος, όταν όμως αγκυλώνεται στο επιφαινόμενο, καταλήγει στη δημιουργία πολλών μικρών θυλάκων, που πολλές φορές λειτουργούν ανταγωνιστικά και προς τα έξω και μεταξύ τους.

Είναι ένα δύσκολο ζητούμενο το πώς μπορείς, ως κοινωνικό κίνημα ή ως ανθρώπινο ον που απλώς θέλει να ζήσει, να είσαι ακριβής με την έννοια τού «θέλω μόνη/-ος μου να μπορώ να καθορίσω ποιοι είναι οι σημαντικοί παράγοντες της ατομικότητάς μου και ποιο είναι το κοινωνικό πλαίσιο όπου αισθάνομαι ασφαλής και ευτυχισμένη/-ος, όπου μπορώ να πραγματώσω τον πόθο μου» και ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις ότι η ανάγκη για την προσωπική μας αυτοκατανόηση δεν πρέπει να μας εμποδίζει να σχηματίζουμε πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες. 

 

Ναι, φυσικά και μπορώ να παιδεύομαι όλη μέρα, προσπαθώντας να με κατανοήσω, όμως δεν μένω εκεί. Π.χ. όταν έγραφα το βιβλίο, αναρωτιόμουν πώς ακριβώς να χαρακτηριστώ. Στα γερμανικά ο όρος «queer» δεν πολυχρησιμοποιούνταν, οπότε θα έπρεπε να δηλώσω λεσβία, ομοφυλόφιλη ή αμφιφυλόφιλη και τότε αισθανόμουν κάπως άβολα με όλα αυτά. Κατέληξα να με αποκαλώ «γκέι» γιατί αυτός ο όρος συνδέει κατά κάποιον τρόπο όλες αυτές τις νόρμες και είναι ευρύτερα αναγνωρίσιμος. Είμαι ευχαριστημένη με το «γκέι». O μεταφραστής μου στα γαλλικά μού πρότεινε να προτιμήσω το queer, γιατί θα ήταν πιο ακριβές, αλλά αρνήθηκα. Το βιβλίο γράφτηκε το 2012 ‒ όχι πως δεν δηλώνω και queer, όμως και το γκέι είναι ok!

 

Νομίζω, τελικά, πως πρέπει να βρούμε σε ποιο πλαίσιο είναι σημαντικό να είμαστε όσο πιο ακριβολόγοι γίνεται και σε ποιο όχι και τόσο, αφού, έτσι κι αλλιώς, οι «απέναντι» μας μισούν όλους, οπότε οφείλουμε να δημιουργήσουμε ευρείες συμμαχίες ως κοινότητα και ως κίνημα. 

 

— Μια άλλη συζήτηση αφορά το λεγόμενο ομοκανονικό πρότυπο, δηλαδή αν η εικόνα των παντρεμένων ΛΟΑΤΚΙ+ με παιδιά επικρατήσει ως το καινούργιο ιδανικό, η νέα νόρμα βάσει της οποίας θα κρίνονται όλες οι άλλες συμπεριφορές και στάσεις ζωής. 

Ισχύει και θεωρώ σημαντικό για οποιοδήποτε κίνημα να έχει συναίσθηση των δικών του ορθοδοξιών και των μηχανισμών συμπερίληψης ή αποκλεισμού. Π.χ. όταν αναγνωρίστηκε ο γκέι γάμος στη Γερμανία, σκέφτηκα, ωραία, χαίρομαι που κερδίσαμε αυτό το δικαίωμα, όμως τι γίνεται με όσους δεν θέλουν να παντρευτούν, όπως εγώ, ας πούμε, πώς θα μας αντιμετωπίζουν όταν ο γάμος γίνει η νέα κανονικότητα; 

 

— Παρεμπιπτόντως, βρήκα πολύ διασκεδαστική την ιστορία με τους ανθρώπους στις χώρες της Μέσης Ανατολής, όπου κάνατε ρεπορτάζ, οι οποίοι, όπως γράφετε, σας ρωτούσαν επίμονα αν είστε παντρεμένη!

Ναι, είχε πολλή πλάκα, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πολύ άβολα και κάτι ανάλογο φοβάμαι! Διότι υπερασπίζομαι εξίσου όσους προτιμούν να παραμένουν αδέσμευτοι, να αλλάζουν διαρκώς ερωτικούς συντρόφους, να πηγαίνουν σε dark rooms και σάουνες, να ζουν λάγνα, «ασύδοτα». Έχει σημασία να μην εγκαθίστανται νέες νόρμες, οι οποίες κάνουν τη ζωή μας λιγότερο χαρούμενη. Το «προνόμιο» του να είσαι γκέι, τουλάχιστον για μένα, ήταν πάντα ότι δεν υπάρχουν τόσοι κανόνες και στεγανά που να περιορίζουν τον πόθο σου, ότι μπορείς να εφεύρεις εσύ τον εαυτό σου.

 

— Γράφετε, επίσης, ότι δεν σας αρέσουν οι περιορισμοί στον πόθο, στη σεξουαλική έκφραση.

Καταρχάς, με θεωρώ ξεκάθαρα queer και γκέι. Δεν λέω «θα μπορούσα να είμαι στρέιτ», είμαι απολύτως όχι στρέιτ, είμαι σίγουρα queer. Αυτό που λέω είναι ότι, αφότου ανακάλυψα στα 20κάτι μου την ομοφυλόφιλη επιθυμία μου, αναρωτιέμαι αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί σε άλλο πλαίσιο. Ως φιλόσοφος δεν θέλω να αποκλείσω αυτή την πολύ μακρινή πιθανότητα, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να νιώθω απόλυτα ευτυχής με το γεγονός ότι είμαι γκέι και queer. 

 

— Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου είναι εκεί που αναφέρεστε στους «απαγορευμένους» εφηβικούς πόθους αλλά και σε ένα περιστατικό παιδεραστίας – οι απανωτές αποκαλύψεις για επώνυμους παιδεραστές πυροδότησαν μεγάλη κουβέντα αυτή την περίοδο στην Ελλάδα σχετικά.

Κοιτάξτε, είναι πολύ σημαντικό να αποσυνδέσουμε την ομοφυλοφιλία από την παιδοφιλία. Υπάρχει μια έντονη προπαγανδιστική στρατηγική από πλευράς της δεξιάς να τα μπλέκει αυτά έτσι ώστε, όταν κάποιος σκέφτεται τους γκέι άντρες ιδίως, να τους φαντάζεται αμέσως ως επικίνδυνους για τα παιδιά. Οι ανήλικοι, οι έφηβοι ειδικά, βεβαίως και έχουν σεξουαλικές επιθυμίες, ίσως κάποιες φορές να νιώθουν μπερδεμένοι και πελαγωμένοι, αλλά είναι λογικό. Ούτε να καταπιέζονται ως προς αυτές είναι θεμιτό, ούτε να γίνονται έρμαιά τους.

 

Το βασικό ερώτημα είναι αν πιστεύουμε ότι είναι ok τα έφηβα αγόρια και κορίτσια να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με ενήλικα άτομα. Αυτό το βρίσκω αρκετά προβληματικό, κυρίως επειδή οι ενήλικοι, όντες πολύ πιο έμπειροι, μπορούν εύκολα να τα χειραγωγήσουν, ασκώντας εξουσία επάνω τους. Οπότε, ναι, νομίζω ότι εκεί υπάρχει ένα όριο, αλλά αν το ερώτημα είναι αν οι έφηβοι θα έπρεπε να επιτρέπεται ή να ενθαρρύνονται να μπαίνουν σε σχέσεις ή να πειραματίζονται και να απολαμβάνουν τον πόθο τους θα πω ναι, φυσικά.

 

— Μιλώντας για ελευθερίες, μπορούμε άραγε να πούμε ότι η σεξουαλική απελευθέρωση, όπως την εννοούμε στη Δύση, μπορεί να έχει απόλυτη εφαρμογή σε ανθρώπους και χώρες έξω από αυτό το πλαίσιο;

Ως ουνιβερσαλίστρια, πιστεύω ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν και πρέπει να απαιτούνται παντού στον κόσμο. Δεν νομίζω καθόλου ότι είναι υπερβολή να ζητάς «gay rights now» στην Κίνα, στην Τζαμάικα, στην Ουγκάντα ή στη Σαουδική Αραβία. Οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι έχουν κάθε δικαίωμα να πραγματώνουν τις επιθυμίες τους και να βιώνουν το επιθυμητό τους φύλο, όπου κι αν βρίσκονται.

 

Τώρα, όσον αφορά το αν πιστεύω ότι μπορεί να απαιτούνται διαφορετικοί όροι για τον αγώνα, διαφορετική γλώσσα, διαφορετικά μέσα, ναι, εννοείται. Ταξιδεύοντας σε τέτοιες εμπόλεμες ζώνες ή σε περιοχές σε κρίση κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να νιώσω προσβεβλημένη αν κάποιοι αγνοούν τι σημαίνει γκέι, αν κάποιοι υποθέτουν ότι είμαι σίγουρα παντρεμένη με άντρα, αν παραξενεύονται βλέποντας μια γυναίκα να ταξιδεύει μόνη, αν εκείνες οι γυναίκες στη Γάζα π.χ. με θεωρούσαν αγόρι. Δεν με προσβάλλουν τα διαφορετικά επίπεδα κατανόησης, σαφώς όμως στηρίζω τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα παντού στον κόσμο. 

 

carolin emcke
Η πανταχού παρούσα πορνογραφία φέρνει στις μέρες μας ένα νέο είδος οπτικής κανονιστικότητας για τη σεξουαλικότητα, που είναι σαρωτικό. Το ζήτημα δεν είναι το να απαγορεύσουμε στους νέους να καταναλώνουν πορνό αλλά να κατανοήσουν ότι πρόκειται για μυθοπλασία, ότι δεν είναι απαραίτητα εκείνο που «πρέπει» να κάνουν. Φωτ.: Andreas Labes

 

— Πολλές φεμινίστριες, ειδικά σήμερα, καλωσορίζουν τους τρανς ανθρώπους, ορισμένες πάλι αντιδρούν. Οι τρανς γυναίκες λένε «είμαστε γυναίκες, τελεία», κάποιες cis στρέιτ γυναίκες, πάλι, υποστηρίζουν ότι ούτε αυτές ξέρουν ακριβώς τι σημαίνει, τελικά, το να είσαι γυναίκα. Η δική σας άποψη; 

Θα έλεγα ότι είμαι αγνωστικίστρια σε αυτό το θέμα, με την έννοια ότι πιστεύω πως ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρη ποια είναι τα ειδοποιά στοιχεία του φύλου σου, πόσο σχετικό είναι το σώμα, πόσο σχετική είναι η επιτελεστικότητα και το πώς όλα αυτά μπορούν να συνδυάζονται ή και να αντιφάσκουν, μπορείς να διεκδικήσεις την ταυτότητα που σου ταιριάζει, ακόμα και αν δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις τι άποψη έχεις γι’ αυτή.

 

Προσωπικά, στηρίζω απόλυτα τα δικαιώματα των τρανς, βρίσκω λοιπόν θλιβερό το πώς έχει εξελιχθεί αυτή η αντι-τρανς συζήτηση. Δεν είμαι καν σίγουρη αν είναι φόβος για την υποβάθμιση των «καθαυτό» γυναικείων δικαιωμάτων ή ξεκάθαρη κακία απέναντι στα τρανς άτομα, ούτε σε τι συνίσταται ακριβώς αυτή η «διαμάχη», αλλά αρνούμαι να συμμετάσχω σε αυτήν. Αντί να αναλωνόμαστε σε τέτοιες συζητήσεις, ας συσπειρωθούμε ενάντια τις δομές που μας αποκλείουν, που μας στιγματίζουν, που ασκούν διακρίσεις εναντίον μας. Επιβάλλεται να υπερασπιζόμαστε τόσο τα γυναικεία δικαιώματα όσο και αυτά όλων των γκέι, λεσβιών και τρανς ανθρώπων απέναντι στην ετεροκανονικότητα αλλά και στην ομοκανονικότητα, που επίσης εγκυμονεί αποκλεισμούς.

 

— Η τρανς ορατότητα είναι το νέο «στοίχημα», γίνεται πολύς λόγος τα τελευταία χρόνια γι’ αυτήν, ακόμα και μέσα στην κοινότητα, όπου επίσης υπάρχουν τέτοιες προκαταλήψεις.

Κάθε γενιά επαναπροσδιορίζει το τι σημαίνει πολιτικά δικαιώματα, διεκδίκηση και αγώνας, αναζητά καινούργια ορολογία, καινούργιες εικόνες και νέα μοντέλα συμπεριληπτικότητας. Το κίνημα ήταν κάποτε πολύ λευκό, πολύ «αρσενικό» και συμβατικό… Αναλογιζόμενη το δικό μου γράψιμο, τις δικές μου γραμμές σκέψης ή την ιστορία της σκέψης μέσα στην οποία τοποθετώ εαυτήν, σκέφτομαι ότι βεβαίως και εντάσσεται στην κληρονομιά των ανθρώπων που πολέμησαν για πολιτικά δικαιώματα πριν από μένα. Βρίσκω, όμως, επίσης σημαντικό να κοιτάζουμε προς την επόμενη γενιά και να λέμε «φυσικά και μπορεί να αλλάξουν τη γλώσσα μου, να γίνουν πιο συμπεριληπτικοί, να μου δείξουν ότι πιθανόν μου έλειπε η προοπτική ή ένα πιο ανοιχτό μυαλό». Πιστεύω ότι κάθε διανοούμενος οφείλει να αμφισβητεί διαρκώς τον εαυτό του. 

 

— Εκτιμάτε ότι υπάρχει, τελικά, κάτι το ιδιαίτερο στον «δικό μας» πόθο; Γράφετε κάπου ότι «ο πόθος πάει πιο πέρα όταν αμφισβητείται».

Σε κάποιον βαθμό θα έλεγα ότι ναι. Μπορεί να υπάρχουν γκέι σχέσεις το ίδιο κακές με εκείνες πολλών στρέιτ; Βεβαίως! Παλεύουμε κι εμείς με τα ίδια θέματα που παλεύουν και κάποιοι στρέιτ; Επίσης. Υπάρχουν, ξέρετε, πολιτικά κόμματα που δεν θέλουν καθόλου ανθρώπους σαν εμάς, υπάρχουν περιοχές, π.χ. στην Πολωνία τώρα, που είναι ζώνες «LGBTQ free». Χρειάζεται να έχεις ισχυρή αίσθηση του πόθου σου και της χαράς που αντλείς από αυτόν ώστε να πιστεύεις ότι κατατροπώνει τα πάντα, ότι είναι για σένα τόσο σπουδαίος, ώστε δεν δίνεις δεκάρα τι λένε οι άλλοι. Αυτή είναι μια ισχυρή ομολογία και της δικής μου ταυτότητας.

 

Θέλω να ζω μια ζωή γεμάτη πόθο. Ορισμένοι/-ες μπορεί να ζουν και χωρίς αυτόν, αλλά για μένα δεν υπάρχει αυτή η επιλογή και νομίζω ότι πολύ συχνά, ειδικά για τις λεσβίες, λέγεται ότι είναι σχεδόν ασέξουαλ, όμως δεν είναι καθόλου έτσι, το όλο θέμα είναι ακριβώς το να κάνεις σεξ! Αν ήθελα να μην κάνω σεξ, δεν θα χρειαζόταν, ξέρετε, να δηλώνω γκέι. Νομίζω πως το γεγονός ότι αυτή η επιθυμία απορρίπτεται ή ποινικοποιείται ή ότι η ύπαρξή της ακυρώνεται οδηγεί σε μια αίσθηση απομόνωσης και μοναξιάς, μια αίσθηση ότι είσαι λάθος. Θέλω πολύ παθιασμένα να πω πως ο πόθος είναι κάτι που μπορείς και πρέπει να απολαμβάνεις, ότι μέσα σε αυτή την «ανυπακοή» που συνιστά μια ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητα συνυπάρχουν η χαρά και η επιθυμία, η αίσθηση ότι έχεις μια σεξουαλικότητα που είναι πραγματικά δική σου, που δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς.

 

Τα τελευταία χρόνια έχω δεχτεί πολλές επιθέσεις από τη δεξιά, δημοσιεύουν στο ίντερνετ λίστες με ανθρώπους που υποτίθεται ότι την ημέρα Χ θα εκτελεστούν. Βρίσκομαι σε διάφορες τέτοιες λίστες, κυρίως εξαιτίας του νέου μου βιβλίου «Against Hate», επειδή δίνει ένα πολύ δυνατό αντιρατσιστικό μήνυμα. Με έχουν «επικηρύξει» απλώς και μόνο επειδή είμαι μια αριστερή queer διανοούμενη ‒ δεν νιώθω περήφανη γι’ αυτό, αλλά, τουλάχιστον, μου επιτίθενται και με μισούν για κάτι που πραγματικά είμαι: queer, αντιφασίστρια και αντιρατσίστρια! Είμαι εντελώς αντίθετη με ό,τι πρεσβεύει η ακροδεξιά, οπότε η στοχοποίησή μου είναι κάπως σαν επιβεβαίωση και όχι, δεν τους φοβάμαι.

 

— Προκαταλήψεις και ταμπού απαντoύν εντούτοις και σε κομμάτια της αριστεράς.

Βεβαίως. Ένα τμήμα της αριστεράς παραμένει προσκολλημένο σε ένα επινοημένο παράδοξο, στη μία πλευρά του οποίου βρίσκεται η λευκή εργατική τάξη και στην άλλη οι φεμινίστριες, οι ΛΟΑΤΚΙ+, οι μετανάστες. Προσπαθούν διαρκώς να «ανταλλάξουν» τα δικαιώματα της μιας πλευράς με εκείνα της άλλης. Διαφωνώ πλήρως. Πρώτον γιατί δεν ξέρω πότε μπήκαν τελευταία φορά σε εργοστάσιο ή σε ένα νοσοκομείο αυτοί οι υποτιθέμενοι αριστεροί ‒ επειδή μιλάνε για τους Γερμανούς εργάτες. Αν πας σε ένα γερμανικό νοσοκομείο ή γηροκομείο, οι άνθρωποι που φροντίζουν τους γονείς και τους παππούδες μας είναι όλοι μετανάστες.

 

Οπότε, εμπειρικά και κοινωνιολογικά η συγκεκριμένη οπτική για την εργατική τάξη που έχουν κάποιοι που ανήκουν σε αυτό που θα αποκαλούσα εθνικιστική αριστερά δεν νομίζω πως υπάρχει. Πηγαίνετε σε ένα εργοστάσιο, τους λέω, και προσπαθήστε να βρείτε τη λευκή γερμανική εργατική σας τάξη! Το να πιστεύεις, έπειτα, ότι οι γκέι ή οι μουσουλμάνοι δεν μπορούν να είναι εργατική τάξη είναι τελείως λάθος. Δεν πιστεύω πως υπάρχει ιεραρχία στα προβλήματα. Άλλωστε, η φτώχεια δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό πρόβλημα, είναι και κοινωνικό, είναι και στίγμα.

 

Επιπλέον, αν υπάρχουν ρατσιστικές διακρίσεις, αυτό δεν είναι απλώς θέμα πολιτισμικής αναγνώρισης, συνήθως έχει και μια οικονομική διάσταση. Νομίζω, λοιπόν, ότι το πρόβλημα αυτό του κομματιού της αριστεράς είναι στην πραγματικότητα η παρανόηση των διακρίσεων και η παρεξήγηση του τι σημαίνει φτώχεια από τη μια και τι να υφίστασαι ρατσισμό, ομοφοβία ή τρανσφοβία από την άλλη. 

 

— Είναι αλήθεια ότι πολλοί, όταν ακούν για γκέι ανθρώπους, έχουν κατά νου ένα στερεότυπο λίγο ως πολύ ευκατάστατων ανδρών ή γυναικών που ζουν σε ωραία σπίτια, έχουν καλές δουλειές, ακριβά αμάξια, σκυλιά ράτσας…

Ναι, νομίζουν ότι όλοι είμαστε μεσαία τάξη και πάνω και, φυσικά, ότι οι γκέι άνδρες ντύνονται στην τρίχα και πάνε κάθε Σάββατο όπερα, οι γκέι γυναίκες, δε, λατρεύουν το ποδόσφαιρο, είναι βίγκαν και θέλουν όλες τους παιδιά, έστω θετά! Είναι τόσα τα στερεότυπα, που δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις. Αλλά νομίζω πως υπάρχει και μια παρεξήγηση ως προς το τι σημαίνει ανέχεια. Δεν υπάρχει πια ομοιογενής εργατική τάξη αλλά πολύμορφη και διαθεματική.

 

— Εξάλλου, ακόμα και στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα μπορεί να υπάρχουν ταξικές διακρίσεις.

Φυσικά. Γυρνώντας στο βιβλίο, όταν πήγαινα σχολείο, δυσκολευόμουν να κατανοήσω γιατί ο συμμαθητής μου ο Ντάνιελ σιγά-σιγά εκδιώχθηκε από την κοινότητα των άλλων αγοριών, τελικά όμως είχε και ταξική διάσταση αυτή η συμπεριφορά, έστω ασυνείδητη στην ηλικία αυτή. Ναι, οφείλουμε να βλέπουμε τη σύνδεση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων με τον ρατσισμό και την ομοφοβία και να αποκτούμε συναίσθηση των διαφορετικών ειδών αποκλεισμού. 

 

— Τι θα λέγατε σε ένα νεαρό αγόρι ή κορίτσι που βρίσκεται στον δρόμο της εξερεύνησης της σεξουαλικότητάς του;

Βεβαιώσου για τα «ναι» που λες κάθε φορά και εμπιστεύσου τον δικό σου πόθο. Αν αισθάνεσαι άβολα για κάτι μην προχωρήσεις, απλώς ανακάλυψε γιατί νιώθεις άβολα. Μήπως κάνεις κάτι που, τελικά, δεν απολαμβάνεις ή απλώς ανησυχείς για το τι θα πουν οι γονείς, το περιβάλλον σου; Γενικά, είναι πολύ σημαντικό να ανακαλύψουμε πόσο πολύ θέλουμε ή πόσο πιστεύουμε ότι θέλουμε κάτι.

 

Η πανταχού παρούσα πορνογραφία φέρνει στις μέρες μας ένα νέο είδος οπτικής κανονιστικότητας για τη σεξουαλικότητα, που είναι σαρωτικό. Το ζήτημα δεν είναι το να απαγορεύσουμε στους νέους να καταναλώνουν πορνό αλλά να κατανοήσουν ότι πρόκειται για μυθοπλασία, ότι δεν είναι απαραίτητα εκείνο που «πρέπει» να κάνουν. Χρειάζεται να είναι κανείς προσεκτικός με τα διαφορετικά είδη κανονιστικότητας που διαμορφώνουν τη φαντασία του.

 

— Παλιότερα, το να αναμετρηθείς με τον πόθο σου σήμαινε να βγεις προς τα έξω στην κυριολεξία. Η πανδημία μάς έκλεισε μέσα, όμως, και πριν απ’ όλο αυτό, γινόταν σε μεγάλο βαθμό διαδικτυακά, κάτι που νομίζω πως έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές.    

Οι ιντερνετικές πλατφόρμες γνωριμιών δημιουργούν πράγματι εικονικούς κόσμους, παρέχουν εντούτοις πλήθος δυνατότητες, ειδικά αν ζεις κάπου όπου δεν υπάρχουν γκέι στέκια ή είναι πολύ ριψοκίνδυνο να βγεις για cruising ‒ σε τέτοιες συνθήκες συνιστούν τεράστια βοήθεια. Νομίζω όμως ότι σαφώς πρέπει να υπάρχουν χώροι όπου να μπορείς να κοινωνικοποιηθείς και να απελευθερωθείς στην πράξη, χώροι όπου οι LGBTQ άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς, συναντιούνται και διασκεδάζουν ελεύθερα.

 

Με ανησυχεί πολύ το ότι όλα τα μπαρ και τα κλαμπ είναι σήμερα κλειστά λόγω πανδημίας, δεν έχω ιδέα αν αυτά τα μέρη θα επιβιώσουν, τι θα συμβεί με τους ασφαλείς τόπους συνεύρεσής μας. Οφείλουμε να παλέψουμε ώστε να τους κρατήσουμε ζωντανούς, όταν όλο αυτό τελειώσει.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ