Δύο βιβλία: ύμνος στη φιλία και την ενηλικίωση. Απο τον Κωστή Παπαγιώργη

Δύο βιβλία: ύμνος στη φιλία και την ενηλικίωση. Απο τον Κωστή Παπαγιώργη Facebook Twitter
0

Τα παιδιά κα ι οι έφηβοι, αφότου μπήκαν για τα καλά στη λογοτεχνία, προσφέρουν άφθονο κι ενίοτε αμάλαγο υλικό στην αφηγηματικότητα.

Ενώ η προγλωσσική περίοδος της νηπιακής ηλικίας είναι κάτι που δεν αποδίδεται, καθότι ο άνθρωπος υπάρχει, αλλά η συνείδησή του δεν έχει ιδρυθεί ακόμα, η εφηβεία έχει καταστεί πια κήπος θαυμάτων και σκληρών διαπραγματεύσεων με τη ζωή. Η ήβη σκάει στο σώμα και στην καρδιά του εφήβου, αναδίδοντας υποσχετικά αρώματα τα οποία -παραδόξως- για να αποδώσουν απαιτούν εγκλεισμούς, σκληραγωγίες και παράδρομους που δεν έχουν πάντα αίσιο τέλος.

Το βιβλίο του Αμανίτι «μιλάει για έναν έφηβο που καλείται να αναμετρηθεί με τους συνομηλίκους του. Είναι μια τρομερή δοκιμασία στην οποία σπανίως αναφερόμαστε. Ο Λορέντζο, ο πρωταγωνιστής, είναι ένα βασανισμένο αγόρι, κλεισμένο στον εαυτό του, εξόριστο από τον κόσμο κ.λπ. κ.λπ.». Ευτυχώς, τα όσα διαβάζουμε είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, οπότε για κάθε επεισόδιο έχουμε τον ήρωά μας στο πιάτο, μας μιλάει και του απαντάμε σιωπηρά, με άλλα λόγια η συνενοχή και η συνομιλία έχει διασφαλιστεί από την πρώτη κιόλας σελίδα.

«Κάπου ανάμεσα στα δεκατρία και τα δεκατέσσερα είχα μεγαλώσει ξαφνικά, σαν να μου είχαν βάλει λίπασμα, και είχα γίνει ψηλότερος από τους συνομηλίκους μου. Η μάνα μου έλεγε ότι με είχαν βάλει στο κρεβάτι του Προκρούστη. Περνούσα ατέλειωτες ώρες μπροστά στον καθρέφτη, κοιτάζοντας το λευκό μου δέρμα με τις φακίδες, τις τρίχες στα πόδια. Στο κεφάλι μου είχε φυτρώσει ένας καστανός θάμνος, μέσα από τον οποίο πετάγονταν δύο αυτιά. Η εφηβεία είχε επανασχεδιάσει τις γραμμές του προσώπου μου και μια επιβλητική μύτη χώριζε τα πράσινα μάτια μου». Ο οικογενειακός θίασος είναι απλός. Ζουν οι γονείς του, όσο για την ετεροθαλή αδελφή του (από τον πρώτο γάμο του πατέρα του), είναι πρεζόνι και ζει αλλού.

Το σχολείο, όπως λένε οι παιδαγωγοί, μπορεί να διδάσκει στον μαθητή μια σειρά γνώσεις και πειθαρχίες, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι «αποσπά» το παιδί από τον κλοιό της οικογένειας. Το ξεσπιτώνει, κατά κάποιον τρόπο, του χαρίζει ένα πρόπλασμα εαυτού, του μαθαίνει να λέει ψέματα για να κερδίσει την προσωπική του αλήθεια. Όταν ο Λορέντζο ετοιμάζεται να πάει στη συνάντηση με τους συμμαθητές του και η μάνα του θέλει να τον συνοδεύσει (μέγα γονεϊκό σφάλμα...), φυσικότατα ξεσπάει: «Όλοι είπαν ότι θα πήγαιναν μόνοι τους στο ραντεβού. Εγώ, αντίθετα, είμαι αυτός που φτάνει πάντα με τη μανούλα του. Γι’ αυτό έχω τόσα προβλήματα...» Θέλει να πάει μόνος του. Αν τον συνοδεύσει η μαμά του, θα τον κοροϊδευουν...

Το μέγα συμβάν στη ζωή του Λορέντζο σκηνοθετείται από τον Αμανίτι δεξιοτεχνικότατα. Ο έφηβος θέλει δική του φωλιά, όπως θέλει και δικό του κόσμο. Ανακαλύπτει, λοιπόν, την αποθήκη του σπιτιού τους την οποία θα μετατρέψει κρυφά σε ιδιωτικό κατάλυμα, θα πει ότι δήθεν πηγαίνει εκδρομή για σκι, αλλά πριν απομονωθεί, θα βιώσει την ταπείνωση (μέχρι λιποθυμίας), καθώς ένα τρακάρισμα εν μέση οδώ θα προσβάλει πρόστυχα τη μάνα του (καθώς ο οδηγός θα την πει κουφάλα!) και ο ίδιος θα βρει καταφύγιο όχι στον ανύπαρκτο ανδρισμό του αλλά στην λιποθυμία. Από ‘κει και πέρα όλα διαδραματίζονται μέσα στην αποθήκη.

Ο Λορέντζο το μόνο που δεν φανταζόταν μέσα στην ιδιωτική του και αδήλωτη αποθήκη ήταν, βέβαια, η αιφνίδια εμφάνιση της αδελφής του Ολίβιας. Η ψυχική του προθυμία για το καινούργιο και απολύτως δικό του αίφνης βρίσκεται αντιμέτωπη με την ξένη ανάγκη που αφορά την αδελφή του. Μπορεί να τη βοηθήσει; Στην αρχή φέρεται σαν βουτυρόπαιδο και φλώρος - αρνείται, δηλαδή, να της παράσχει το παραμικρό. Στη συνέχεια, όμως, καθώς η κατάσταση σοβαρεύει και οι κατσάδες της αδελφής του πέφτουν απανωτά («Σε δίδαξαν να είσαι μπάσταρδος; Δεν μπορεί να είναι, όμως, μόνο θέμα ανατροφής. Πρέπει να υπήρχε ήδη κάτι στραβό και άρρωστο μέσα σου»), ο νεαρός αρχίζει να ανακαλύπτει το βαθύτερο σημείο του εγώ του, σάμπως να του υποψιθυρίζει το αίμα του.

Η αδελφή του βρίσκεται σε κώμα και του ζητεί να πάει στο νοσοκομείο όπου παραμένει κατάκοιτη η γιαγιά Λάουρα για να της φέρει υπνωτικά. «Πόσο γριά ήταν! Ένα μάτσο κόκαλα καλυμμένα από ένα ρυτιδιασμένο και φολιδωτό δέρμα. Το ένα της πόδι εξείχε από το σεντόνι. Ήταν μελανιασμένο και ξερό σαν μπαστούνι, η πατούσα θεόστραβη και το μεγάλο δάχτυλο στραμμένο προς τα μέσα, σαν να είχε συρμάτινη ψυχή. Ήταν τόσο μικροκαμωμένη και αδύνατη που σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τη σηκώσει και να την πάρει μαζί του».

Η Ολίβια θα πεθάνει από υπερβολική δόση και φυσικά θα του αφήσει, πριν φύγει, ένα σημείωμα-διαβατήριο για τον υπόλοιπο βίο του: Αγαπητέ Λορέντζο, Θυμήθηκα ότι ένα άλλο πράγμα που μισώ είναι οι αποχαιρετισμοί, επομένως προτιμώ να φύγω πριν ξυπνήσεις. Ευχαριστώ που με βοήθησες. Είμαι ευτυχισμένη που ανακάλυψα έναν αδελφό κρυμμένο σε μια αποθήκη. Θυμήσου να κρατήσεις την υπόσχεσή σου. Δική σου, Όλι.

 

________

Σαιντ Εξυπερύ: Γράμμα σ΄έναν όμηρο

 

Γεννημένος στη Λυών το 1910, τρίτος από έξι αδέλφια, κι αφού απέτυχε σε διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ο Σαιντ Εξυπερύ γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών και πήρε δίπλωμα πιλότου όταν έκανε τη στρατιωτική του θητεία. Ο αεροπλάνος βίος (όπως θα έλεγε ο Παλαμάς) θα γίνει προσωπική του μοίρα και με αυτή θα γράψει ιστορία. Πάντα ιπτάμενος, θ’ ανακαλύψει την έρημο και τη λογοτεχνία - το 1944, σε μια αναγνωριστική αποστολή, θα βρει το τέλος που του άξιζε. Η Γη των Ανθρώπων και ο Μικρός Πρίγκιπας θα παραμείνουν διάσημα βιβλία για όλες τις ηλικίες. Η αγαπημένη φράση του: «Το να πετάς και να γράφεις είναι ένα και το αυτό».

Το Γράμμα σ’ έναν όμηρο, παρότι απευθύνεται σ’ έναν αγαπημένο φίλο του, τον Λεόν Βερτ που είναι Εβραίος, ουσιαστικά έχει ως αποδέκτες όλους τους Γάλλους -τα σαράντα εκατομμύρια- που τελούν υπό γερμανική κατοχή. Το κλίμα της ενοχής του συγγραφέα, παρότι δεν δηλώνεται κυριολεκτικά, έχει να κάνει με τη γαλλική συντριβή (κατ’ άλλους γελοιοποίηση) που υπέταξε τη Γαλλία στον άξονα κι επέβαλε την κυβέρνηση του Βισύ, όπου πρωτοστατούσε ο διαβόητος Πεταίν, μετατρέποντας την άμυνα έναντι της Γερμανίας σε εξευτελιστική υποταγή. Ο Σαιντ Εξυπερύ γράφει από τη Νέα Υόρκη, όπου δεν θέλει να είναι μετανάστης αλλά απλώς ταξιδιώτης, και συνάμα νιώθει αλληλεγγύη απέναντι στον Εβραίο φίλο του. (Θυμίζουμε ότι όλοι οι Εβραίοι της Γαλλίας έπρεπε να καταγραφούν, εκτός από τον διάσημο Μπερξόν - και όμως, ο συγγραφέας του Γέλιου, καίτοι ασθενής, βρήκε το κουράγιο να στηθεί στη γραμμή με ραμμένο το άστρο στο στηθος του.)

Μπορεί να ξαφνιάζει το συναισθηματικό κλίμα -ενίοτε μέχρι δακρύων-, αλλά η εγκαρδιότητα του Εξυπερύ, που κινείται μεταξύ ζωής και ενδεχόμενου θανάτου, αρέσκεται να πιάνει τη φιλία και την ανθρωπιά από τη ρίζα. Εξομολογείται λοιπόν:

«Έχω γνωρίσει, ίσως κι εσείς έχετε γνωρίσει, αυτές τις κάπως περίεργες οικογένειες που στο τραπέζι τους είχαν φυλαγμένη τη θέση ενός νεκρού. Αρνούνταν το αμετάκλητο. Το γεγονός ότι το αψηφούσαν όμως έτσι εμένα δεν μου φαινόταν να ’ναι παρηγοριά. Οι νεκροί πρέπει να θεωρούνται νεκροί. Τότε ξαναβρίσκουν, στον ρόλο τους ως νεκρών, μια παρουσία άλλου είδους. Εκείνες, όμως, οι οικογένειες ανέστελλαν την επιστροφή του νεκρού. Τον έκαναν αιωνίως απόντα, καλεσμένο αργοπορημένο στην αιωνιότητα. Αντάλλασσαν το πένθος τους με μια μάταιη

ελπίδα. Και τα σπίτια εκείνα μου φαίνονταν βυθισμένα σε μια αμετρίαστη στενοχώρια, πολύ πιο ασφυχτική από την οδύνη. Ένα παράδειγμα είναι, αλίμονο, ο πιλότος Γκυγιομέ, ο τελευταίος φίλος που έχασα, που τον κατέρριψαν ενώ μετέφερε το αεροπορικό ταχυδρομείο. Δέχτηκα τον θάνατό του. Ο Γκυγιομέ δεν θα αλλάξει πλέον. Δεν θα είναι ποτέ παρών, αλλά ούτε απών θα είναι. Θυσίασα τη θέση του στο τραπέζι μου, την άχρηστη αυτή παγίδα, και τον έκανα αληθινό νεκρό μου φίλο».

Η προσωπική ποιητική του Σαιντ Εξυπερύ κινείται μεταξύ προσευχής και ωκεάνιου συναισθήματος. Αν ο άνθρωπος κυβερνιέται από το πνεύμα, όπως παρατηρεί σε όλη του τη ζωή, τότε (ακόμη) και η έρημος επέχει θέση αν όχι αποκαλύψεως, τουλάχιστον ενός κεντρίσματος που τον ωθεί να επιστρέψει στο χάος του εαυτού του μεταμορφωμένος. Πράγματι, εφόσον στην έρημο δεν υπάρχει τίποτε για να δεις και ν’ ακούσεις, είσαι αναγκασμένος να αναγνωρίσεις (μια και η εσωτερική ζωή όχι μόνο δεν πέφτει σε λήθαργο) ότι αόρατα καλέσματα χαρίζουν καταρχάς ζωή στον άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος είναι πνευματικό δημιούργημα, τότε στην έρημο αξίζω ό,τι αξίζουν οι θεοί μου!

Σε κάθε έκφραση του συγγραφέα-πιλότου υποφαίνεται κάποια τύψη και πιθανώς ντροπή επειδή άλλοι θυσιάστηκαν, ενώ αυτός δεν σκοτώθηκε ακόμη. Στη Λισαβόνα, όπου έχει βρει προσωρινό καταφύγιο, θυμάται το σμήνος του, που επί εννέα μήνες δεν έπαψε τις επιδρομές στη Γερμανία – άλλωστε  είχε χάσει σε μία και μοναδική επίθεση τα τρία τέταρτα των πληρωμάτων του. Σωστά ο προλογιστής διακρίνει κάποια σύγχυση του πιλότου που παραμένει στη Νέα Υόρκη.

Δεν λείπουν οι Γάλλοι που το έσκασαν από την πατρίδα για να φέρουν τα χρήματά τους στην Αμερική. Το μόνο που ζητά είναι να τον αποδεχτούν όπως είναι.

0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΑ 22/05 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Τι γυρεύει ο Λάκης Γαβαλάς στα παλιά του λημέρια, στον Κορυδαλλό;

The Review / Τι γυρεύει ο Λάκης Γαβαλάς στα παλιά του λημέρια, στον Κορυδαλλό;

Ο Χρήστος Παρίδης και ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γιάννης Κωνσταντινίδης συζητάνε για τη βιβλιοπαρουσίαση του αυτοβιογραφικού πονήματος «Λάκης Γαβαλάς Loaded» που έγινε στο Δημαρχείο Κορυδαλλού.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Μάριο Βάργκας Λιόσα

Το πίσω ράφι / «Το παλιοκόριτσο»: Το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Περουβιανού Νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα

O Μάριο Βάργκας Λιόσα αποτυπώνει την πρόσφατη ιστορία του Περού, αντιδιαστέλλοντάς την με την έκρηξη ιδεών και την επανάσταση των ηθών στη Δύση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
 ΤΡΙΤΗ 17/05 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Ο Διονύσιος Σολωμός χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του

Βιβλία και Συγγραφείς / Ο Διονύσιος Σολωμός χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητά με την ιστορικό Κωνσταντίνα Ζάνου για το πώς η γεωπολιτική αλλάζει τους ανθρώπους αλλά και τις έννοιες, όπως η πατρίδα, το έθνος, η γλώσσα και τα σύνορα.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Νιαζί Κιζιλγιουρέκ

European LiFO / Νιαζί Κιζιλγιουρέκ: «Η Κύπρος δεν είναι ούτε ελληνική ούτε τουρκική, είναι μια ανεξάρτητη κρατική οντότητα»

Ο πρώτος Τουρκοκύπριος ευρωβουλευτής της Κυπριακής Δημοκρατίας μιλά για όλα στη LiFO με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Μια ιστορία βίας και μνησικακίας – η γένεση και η εξέλιξη της εθνοτικής διένεξης στην Κύπρο» (εκδ. Heteroτοπία).
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK ΚΥΡΙΑΚΗ Η Φερνάντα Μελτσόρ, ένα βιβλίο ωμής βίας που προκαλεί ενθουσιώδεις αντιδράσεις σε όλη την υφήλιο και ένα μεθύσι στην Αθήνα

Βιβλίο / Φερνάντα Μελτσόρ: Η συγγραφέας του συγκλονιστικού βιβλίου «Η Εποχή των Τυφώνων» μιλά στη LiFO

Μία από τις σπουδαιότερες φωνές της νέας λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας (και υποψήφια για Μπούκερ 2022) σε μια συζήτηση κάτω από την Ακρόπολη για τη βία στο Μεξικό, τις γυναικοκτονίες (χωρίς τιμωρία) και τον φόβο του διαφορετικού σε μια πουριτανική κοινωνία ακραίας φτώχειας και διαφθοράς.
M. HULOT
Στίβεν Κινγκ «Περί συγγραφής»

Το πίσω ράφι / «Περί συγγραφής»: Ο οδηγός του Στίβεν Κινγκ προς φερέλπιδες πεζογράφους

«Αν θέλετε να γίνετε συγγραφέας, πρέπει πάνω απ’ όλα να κάνετε δύο πράγματα. Να διαβάζετε πολύ και να γράφετε πολύ. Δεν γνωρίζω κανέναν τρόπο να παρακάμψετε αυτά τα δύο».
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Το Μπάουχαους στην Ελλάδα του ’30

Βιβλία και Συγγραφείς / Το Μπάουχαους στην Ελλάδα του ’30

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με τον Ανδρέα Γιακουμακάτο για το εγχείρημα της Βαϊμάρης και του Ντεσάου που έφτασε πολύ νωρίς στην Ελλάδα και άφησε τη σφραγίδα του στο κτισμένο περιβάλλον της χώρας μας.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ