Απόστολος Δοξιάδης: «Στον πατέρα μου το θέμα της ματαιοδοξίας ήταν πιο έντονο απ' ό,τι σε μένα»

Απόστολος Δοξιάδης Facebook Twitter
Δεν θέλω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Ποιος είμαι, το ξέρω εγώ, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Μου αρκεί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

Ο Απόστολος Δοξιάδης δεν παύει να μας απασχολεί. Πότε με τον ευπρόσδεκτο, «ιδιότυπο», όπως λέει και ο ίδιος, ακτιβισμό του (βλέπε τη σωτηρία οκτώ Τούρκων αξιωματικών από την απέλαση στην Τουρκία, στα νύχια του Ερντογάν), πότε με τις τολμηρές πολιτικές του παρεμβάσεις σε έντυπα και σόσιαλ μίντια, πότε με τα βιβλία του.

Τέσσερα χρόνια μετά τον ογκωδέστατο «Ερασιτέχνη Επαναστάτη», μια πολιτική προσωπική μυθιστορία η οποία αφορά και τη δράση του στη διάρκεια της χούντας, που διαβάστηκε πολύ από τους παλιούς Ρηγάδες, να το ένα ακόμα βιβλίο του. Μικρότερο, αλλά πάλι σχεδόν αυτοβιογραφικό. 

Το «Τηλεφώνημα που δεν έγινε» (εκδόσεις Ίκαρος) δεν άργησε να δημιουργήσει θόρυβο, όχι μόνο γιατί είναι ευφυές, σύνθετο και ειλικρινές, αλλά και γιατί, κακά τα ψέματα, είναι η ιστορία ενός πατέρα κι ενός γιου. Του διάσημου, κορυφαίου παγκοσμίως πολεοδόμου και αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δοξιάδη (1913-1975) και του Απόστολου. Του σημερινού και κοντινού μας. Που ξαναγυρνάει στις σελίδες του στα εφηβικά του χρόνια, το 1968, τότε που κλείστηκε, ενάντια στη θέλησή του, από τον σκληρό μπαμπά του σε σχολείο της Ουάσινγκτον, ήδη ένα τραυματισμένο παιδί με τρελά και οριστικά όνειρα να γίνει καλλιτέχνης, και δη σκοτεινός μοντερνιστής. Και γύρισε μια μικρή, ανιγματική ταινία μικρού μήκους, το «Τηλεφώνημα», που βραβεύτηκε σε παναμερικανικό φεστιβάλ, έστειλε στο κατόπι του κοτζάμ δημοσιογράφο της «Washington Post» και πυροδότησε μια ψυχολογική κρίση στο 14χρονο αγόρι. Που κράτησε χρόνια και καθόλου άσχετη δεν ήταν με τον πατέρα του και τη δική του σκοτεινή, τραγική, ματαιόδοξη προσωπικότητα. 

Βέβαια, ο Απόστολος Δοξιάδης τον δικό του εαυτό, τη δική του διαδρομή ψάχνει να καταλάβει, με σχεδόν αστυνομικό αλλά και συνειρμικό τρόπο. Αυτόν, κυρίως, αποκαλύπτει. Εξού και η πρώτη μας ερώτηση.

Έχω πια τη σοφία, ή την πείρα, ή τη χοντροπετσιά, όταν μου λένε τι είπε για μένα ο ένας και ο άλλος, να λέω «αυτός τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου». Έχω κάνει στη ζωή μου κάτι για να ντρέπομαι; Ίσως έχω κάνει, όπως όλοι μας. Αυτό μπορεί να μην το έγραφα, αλλά, πάλι, δεν ξέρω.                

— Για μένα το πιο σημαντικό στο βιβλίο είναι ότι βγαίνεις και μας λες ότι έχεις υπάρξει φρικτά ματαιόδοξος, κοκορόμυαλος, νάρκισσος, φαντασμένος, διψασμένος για δόξα. Πέρα από το ότι θαύμασα αυτή την τόλμη, αλλά και την πορεία προς την κατανόηση του εαυτού σου, αναρωτήθηκα γιατί έπρεπε να την κλείσεις σε ένα βιβλίο. Ήταν η γραφή μέρος της θεραπείας;  
Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο στον πραγματικό χρόνο μιας έρευνας. Σαν να παρακολουθώ τον εαυτό μου να ερευνά κάτι, που όντως το ερευνά στον παρόντα χρόνο. Η ίδια η γραφή ήταν η έρευνα, ήξερα ότι μόνο γράφοντας μπορούσα να την κάνω. Η γραφή είναι ο καλύτερος τρόπος που έχω για να εκφράζομαι.

— Άρα, ξεκινώντας το «Τηλεφώνημα» δεν ήξερες πού θα καταλήξεις;
Όχι, δεν ήξερα. Όταν δούλευα τον «Ερασιτέχνη Επαναστάτη», εκεί όπου αναφέρθηκα στη χρονιά μου στην Ουάσινγκτον, θυμήθηκα το ταινιάκι, προβληματίστηκα αν θα έγραφα κάτι γι’ αυτό, αλλά δεν ήταν στη θεματική του βιβλίου. Κάποια στιγμή έκατσα κι έγραψα κάτι λίγο για το «Τηλεφώνημα». «Το καημένο», είπα, «ξεχάστηκε και από μένα τον ίδιο». Θεώρησα ότι ίσως κάποια στιγμή γινόταν ένα διήγημα, μια μαρτυρία.

Την περίοδο του lockdown, που οδήγησε πολλούς σε μια ενδοσκόπηση, είχαμε μείνει κάποιους μήνες στην Πάρο οι δυo μας με την Ντορίνα (σ.σ. Ντορίνα Παπαλιού, συγγραφέας, η σύντροφός του επί είκοσι οκτώ ευτυχισμένα χρόνια). Εκείνη έγραφε όλη μέρα κι εγώ είχα αποφασίσει να τελειώσω ένα από δύο πολυγραμμένα, ουσιαστικά τελειωμένα κείμενά μου, ένα μυθιστόρημα και ένα non-fiction.

Kαι κει που χάζευα στον υπολογιστή μου, έπεσα πάνω στο κείμενο για το «Τηλεφώνημα». Τρία χρόνια είχαν περάσει. Και αρχίζω μηχανικά σχεδόν να το διορθώνω, να το ξαναγράφω. Οταν το τελείωσα, είπα ,«κάτι έχει αυτό» και μπήκα εντελώς συνειρμικά σε ένα επόμενο κεφάλαιο, θυμήθηκα, ξαφνικά, και μια κηδεία στην οποία είχα πάει. Ηταν μία από αυτές τις καλές στιγμές που χαρίζει πού και πού η τύχη ή ο Θεός στον συγγραφέα. Χρησιμοποίησα την κηδεία ως εφαλτήριο για να πάω πιο βαθιά και να αναρωτιέμαι όσο έγραφα γιατί ένιωθα ότι έχω να πω κι άλλα.   

Απόστολος Δοξιάδης Facebook Twitter
Ξέρεις τι δεν θα μου άρεσε; Να γράψω ένα βιβλίο για τον πατέρα μου και να κλαίγομαι. Ναι, ήταν διάσημος, κι αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωσή μου, όχι στο να γράψω το βιβλίο. Δεν θεωρώ ότι αυτό που έκανα είναι έλλειψη σεβασμού. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Και βγήκε το κείμενο. Η δημοσίευση όμως;
Η δημοσίευση ήταν ένα τυχαίο περιστατικό. Ακόμα και έναν μήνα πριν βγει σκεφτόμουνα αν χρειαζόταν να το δημοσιεύσω. Η δουλειά είχε γίνει. Ήταν λυτρωτικό, καθαρτικό. Και το κατάφερα γράφοντάς το σαν να ήταν ένα βιβλίο και όχι ημερολόγιο. Δηλαδή μόνο πειθαρχώντας στη λογική του να μπορώ να μοιράζομαι αυτό που γράφω με έναν άλλο κατάλαβα πράγματα και έφτασα σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. 

— Πολύ σκληρό συμπέρασμα, και για σένα και για τον πατέρα σου. Και επιπλέον δημόσια υπόθεση πια.
Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι τα ίδια έχουμε μέσα μας. Γιατί να με νοιάζει που έκανα τα δικά μου δημόσια; 

— Μήπως γιατί είσαι πολύ επώνυμος και όχι και τόσο συμπαθής σε όλους… Είναι σαν να τους δίνεις  πάσα με το βιβλίο σου να πουν «χα χα, εμείς τα λέγαμε χρόνια αυτά για τον Δοξιάδη». 
Έχω πια τη σοφία, ή την πείρα, ή τη χοντροπετσιά, όταν μου λένε τι είπε για μένα ο ένας και ο άλλος, να λέω «αυτός τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου». Έχω κάνει στη ζωή μου κάτι για να ντρέπομαι; Ίσως έχω κάνει, όπως όλοι μας. Αυτό μπορεί να μην το έγραφα, αλλά, πάλι, δεν ξέρω.

Δεν είμαι ο επιδειξιομανής που αυτομαστιγώνεται, λέγοντας, κοιτάξτε, εκθέτω τα φριχτότερα στοιχεία της ζωής μου. Αυτά που λέω είναι αυτά για τα οποία προφανώς δεν ντρέπομαι και θεωρώ ότι είναι μαγκιά να τα παραδέχεσαι. Και ότι είσαι λίγο ψωνάρα αν δεν τα παραδέχεσαι, γιατί όλοι τα έχουμε.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, εκδόσεις Ίκαρος

— Πέρα από σένα, όμως, ο πατέρας σου, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, δεν είναι κάνας άγνωστος, αλλά κανονικό εθνικό κεφάλαιο.
Ξέρεις τι δεν θα μου άρεσε; Να γράψω ένα βιβλίο για τον πατέρα μου και να κλαίγομαι. Ναι, ήταν διάσημος, κι αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωσή μου, όχι στο να γράψω το βιβλίο. Δεν θεωρώ ότι αυτό που έκανα είναι έλλειψη σεβασμού. Όπως υπάρχουν μερικά πράγματα για τον εαυτό μου που δεν θα τα έγραφα, ξέρω και για τον πατέρα μου πράγματα που δεν θα έγραφα.  

— Οι τρεις αδελφές σου τι σου είπαν; Είναι πολύ πετυχημένες, η καθεμία στον τομέα της, και μιλάς για τον μπαμπά τους. Αυτές πώς «γλίτωσαν»; Μήπως επειδή ήταν κορίτσια δεν μέτραγαν τόσο όσο ο γιος;
Δεν είναι σωστό να μιλήσω για εκείνες σε σχέση με την επίδραση του πατέρα μου. Κάθε αδελφή μου είχε άλλη σχέση με τον πατέρα από αυτή που είχα εγώ.

Η Ανθή μου λέει μια φράση πολύ σωστή: «Εσύ είχες άλλους γονείς από εμάς». Γιατί όταν εγώ ήμουν δεκατριών-δεκατεσσάρων χρόνων και πιο μικρός, ο πατέρας μου ήταν πια διάσημος, με μεγάλη διεθνή καριέρα. Εκείνες, πιο μεγάλες από μένα, στην ίδια ηλικία είχαν έναν κανονικό πατέρα.

Όπως έχει πει και ο Ντόναλντ Γουίνικοτ, όταν μια μητέρα έχει δυο παιδιά, δεν είναι μία μητέρα, είναι δύο. Αλλά ξέρω ότι και οι τέσσερίς μας τον αγαπάμε, τον σεβόμαστε και τον θαυμάζουμε, ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλωστε, τα μεγάλα λάθη του, πρακτικά και άλλα, εγώ τα χρεώθηκα, όχι αυτές.  

— Σου είπε καμία να μη βγάλεις το βιβλίο;  
Δεν ρώτησα, δεν το κάνω για κανέναν το βιβλίο μου. Ξέρω ότι οι δύο το διάβασαν και δεν είχαν καμία αντίρρηση, το κουβεντιάσαμε. Μία, όμως, μου είπε, «θα προτιμούσα να μην το διαβάσω», θα μπορούσαν κάποια πράγματα να τη στενοχωρήσουν. 

— Είχα την αίσθηση, διαβάζοντας το βιβλίο, ότι δεν υπήρχε ένας μεγάλος Δοξιάδης κι ένας μικρός Δοξιάδης. Ότι έμοιαζες πολύ με τον πατέρα σου, γνήσιο παιδί του, εξού και η αναμέτρηση μαζί του. Τον κατηγορείς, άλλωστε, για πράγματα που καταλήγεις στο βιβλίο ότι και σένα σε παίδεψαν. Ματαιοδοξία και τέτοια. … 
Βεβαίως του μοιάζω. Αυτό, όμως, που λέει ο Πάουντ, «γκρέμισε τη ματαιοδοξία σου», δεν μπόρεσε να το κάνει. Ήταν το πηγάδι του τραύματός του, της απέραντης δίψας του για αγάπη, που ξεγελιέται κανείς ότι θα τη βρει με την  αναγνώριση, αλλά το πηγάδι ποτέ δεν γεμίζει, και δέκα Νόμπελ να πάρεις.

Στον πατέρα μου το θέμα της ματαιοδοξίας ήταν πιο έντονο απ' ό,τι σε μένα. Γιατί εγώ είχα υποφέρει από αυτό, από το ότι μας μετέφερε από το πρωί ως το βράδυ στο σπίτι πόσο σπουδαίος ήταν. Δεν άντεχα, ήθελα κι εγώ να κάνω πράγματα, ήθελα να είμαι ο εαυτός μου. Ξέρεις τι είναι να σου λένε «ο γιος του Δοξιάδη, ο γιος του Δοξιάδη, ο γιος του Δοξιάδη»;  

Κοίτα, αν του είχαν πάει οι δουλειές του όπως ήθελε, αν δεν είχε χρεοκοπήσει, αν δεν είχε αρρωστήσει, αν ζούσε ως τα ογδόντα, τα ενενήντα του χαρούμενος, κι αν εγώ είχα γίνει μαθηματικός, ξεπερνώντας την ψυχική δυσκολία του να μελετήσω και να σπουδάσω σωστά, μπορεί να χαιρόταν και να με καμάρωνε. Μπορεί να έβρισκε κι αυτός άλλες λύσεις για τα δικά του. Όταν όμως είδα ξαφνικά μπροστά μου μια οικονομική κατάρρευση που θα έπεφτε όλη πάνω στη μητέρα μου, γιατί ως γαλαντόμος τής είχε γράψει όλα του τα περιουσιακά στοιχεία και τότε τα χρέη ήταν ποινικά αδικήματα, έπρεπε εγώ να βγάλω το φίδι από την τρύπα. Πλήρωσα έναν φόρο που δεν ήταν δικός μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Δεν γράφω, όμως, την οικονομική ιστορία της οικογένειας Δοξιάδη και του αυτοδημιούργητου, και σώσαντος αυτήν από την καταστροφή Απόστολου. Δεν θέλω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Ποιος είμαι το ξέρω εγώ, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Μου αρκεί.  

ΔΟΞΙΑΔΗΣ Facebook Twitter
Όταν εγώ ήμουνα δεκατριών-δεκατεσσάρων χρόνων και πιο μικρός, ο πατέρας μου ήταν πια διάσημος, με μεγάλη, διεθνή καριέρα. Φωτο: Αρχείο Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη / © Ίδρυμα Κωνσταντίνου και Εμμάς Δοξιάδη

— Το βιβλίο, πάντως, ειδικά με το «διδακτικό», συναισθηματικό τέλος του, μοιάζει και σαν άπλωμα του χεριού προς τον αναγνώστη. Σαν προσφορά και συμβουλή ίσως; 
Όπως και ο «Ερασιτέχνης Επαναστάτης», νιώθω ότι και το «Τηλεφώνημα» είναι ένα γράμμα στα παιδιά μου, με πιο βαθύ, αυτήν τη φορά, τρόπο. Αλλά και σε κάθε άνθρωπο που βασανίζεται από τον δαίμονα της δημιουργίας, ο οποίος πάει πάντα, δυστυχώς, μαζί με τη ματαιοδοξία.

Κάθε καλλιτέχνης, κάθε φορά που κάνει κάτι και το δείχνει, δεν παύει να έχει μέσα του ένα παιδάκι που λέει, «μαμά, μαμά, κοίτα τι έκανα, δεν είναι πολύ ωραίο;». Κι αυτό είναι φυσικό, ανθρώπινο, αποδεκτό. Είναι μέσα στο παιχνίδι, ένα κίνητρο, αλλά δεν πρέπει ποτέ να γίνει ΤΟ κίνητρο.  Χρειάζεται αγώνας να το πολεμήσεις αυτό το φάντασμα και να το νικήσεις, αυτό που ίσως δεν έκανε ο πατέρας μου, να πει «δεν χρειάζεσαι άλλη δόξα, καλέ μου Ντίνο». 

— Κι εσύ το κατάφερες;
Μπορώ ρεαλιστικά να πω ότι είμαι κοντά σ’ αυτό. Ή, για να μη λέω μεγάλες κουβέντες, νιώθω ότι με το βιβλίο αυτό προχώρησα πολύ στο να το κατακτήσω. Κοίτα, δεν ξεκίνησα να γράφω μην ξέροντας τι θα βρω. Δεν λέω ότι διάβαζα τι είχα γράψει και έλεγα κατάπληκτος «Θεέ μου, τι συμπεράσματα είναι αυτά!». Ήταν πράγματα που σκεφτόμουν μια ζωή. Έχω συζητήσει άπειρες ώρες με ψυχαναλυτές, φίλους και την Ντορίνα, έχω διαβάσει και προβληματιστεί.  

— Δεν νομίζεις, λοιπόν, ότι ίσως είναι και για τα δικά σου παιδιά βάρος η επωνυμία σου; Το γεγονός ότι, με όλα αυτά που κάνεις, σε βλέπουν μπροστά τους όπου βρεθούν και σταθούν, σε εφημερίδες, σάιτ, σόσιαλ μίντια, τηλεόραση; Τον δικό σου πατέρα, τότε, άντε να τον έβρισκες σε ένα άρθρο στην «Καθημερινή» και το «Βήμα» και κάποια μεγάλη ξένη εφημερίδα.  
Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό δεν το έχουν φορτωθεί όσο εγώ, γιατί εγώ το ήξερα ως πρόβλημα. Έχω κάνει μεγάλο αγώνα, το έχω κουβεντιάσει και μαζί τους. Το μυστικό είναι να μιλάς για όλα και να είσαι ανοιχτός. Και δεν κουβαλούσα ποτέ σπίτι τίποτα που να έγραφε για μένα, εκτός αν έμπαινε κατά λάθος, από το παράθυρο.

Έπειτα, χειρίστηκα διαφορετικά τις επαναστάσεις τους, με αποδοχή. Στον πατέρα μου δεν μπορούσα να επαναστατήσω, αυτό ήταν χαρακτηριστικό του. Αν δεν είχα υπάρξει με την Ντορίνα γονιός τριών παιδιών, δεν θα είχα μπορέσει να γράψω αυτό το βιβλίο, δεν θα καταλάβαινα τι θα πει γονιός, την ευθύνη του.   

— Στενοχωρήθηκα εγώ, που έχω τόσο αγαπήσει τα αναγνωρισμένα έργα σου, τα μυθιστορήματα «Μακαβέττας» και «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλνμπαχ», και, φυσικά, το «Logicomix», που γράφεις ότι αγαπάς τα λιγότερο γνωστά έργα σου και όσα δεν έχεις γράψει ακόμα. 
Αυτά που αναφέρω ως «λιγότερο γνωστά έργα μου» τυχαίνει να είναι πράγματα που έγραψα αρχικά χρησιμοποιώντας αυτό που ο Φερνάντο Πεσσόα αποκαλεί «ετερώνυμο», μιαν άλλη περσόνα που χρησιμοποιείς επίτηδες, υπό την οποία γράφεις όχι ψευδώνυμα, για να κρυφτεί πίσω της.

Για τα δικά μου ετερώνυμα μού έρχονται στον νου τρία έργα, το έργο του θεάτρου σκιών «The tragical history of Jackson Pollock, abstract expressionist», που υποτίθεται ότι το έγραψε κάποιος εκκεντρικός Αμερικανός ονόματι Άλφρεντ Χους. Αλλά και μια ποιητική συλλογή και ένα μακρύ ποίημα, των οποίων δεν έχω δηλώσει ποτέ ότι είμαι ο συγγραφέας (ούτε σκοπεύω να το κάνω). Σ’ αυτά τα τρία, νομίζω, η ενέργεια της απόκρυψης που δίνει το ετερώνυμο με ελευθερώνει, είναι το πρώτο μισό αυτού που λέει ο Γουίνικοτ στο μότο του «Τηλεφωνήματος» ότι «είναι απόλαυση να κρύβεσαι». Βέβαια, μετά λέει και «είναι τραγωδία να μη σε βρουν», αλλά σε αυτά τα τρία τουλάχιστον δεν ένιωσα τραγικός ήρωας!

Από κει και πέρα, το ότι λέω πως αγαπώ περισσότερο αυτά που δεν έχω γράψει εκφράζει μια ελπίδα για τη λειτουργία του γραψίματος που προφανώς ακόμα δεν έχω πραγματοποιήσει, τουλάχιστον όσο θα ήθελα. Αναφέρεσαι σε βιβλία μου που έχουν πετύχει, πουλήσει πολύ, μεταφραστεί κ.λπ. Αλλά αυτό είναι μια αναγνώριση εξωτερική, δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τα κριτήρια που βάζει η ψυχή του συγγραφέα. Η αναγνώριση δεν αρνούμαι ότι είναι ευχάριστη (δεν είμαι μαζοχιστής), αλλά δεν πάει σε βάθος μέσα σου.

Απόστολος Δοξιάδης: «Στον πατέρα μου το θέμα της ματαιοδοξίας ήταν πιο έντονο απ' ό,τι σε μένα» Facebook Twitter
Ποτέ δεν είναι ξεκάθαρο για ποιον μιλάει ένας συγγραφέας, κάθε χαρακτήρας έχει στοιχεία και από εμάς και από τους άλλους. Εγώ, για παράδειγμα, νιώθω ότι το πιο αυτοβιογραφικό έργο μου είναι αυτό για τον Jackson Pollock. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Εξήγησέ μου το αυτό. 
Πάντα έβλεπα τη λογοτεχνία, τα βιβλία και το διάβασμα να λειτουργούν άλλοτε ως τροφή και άλλοτε ως γιατρικό. Με την «τροφή» εννοώ ότι από τη φύση μας είμαστε όντα που ζούμε μέσα στην αφήγηση, αφενός στις συνεχείς ζωντανές αφηγήσεις της καθημερινής μας ζωής αλλά και στις τεχνητές που καταναλώνουμε, βιβλία, ταινίες, σειρές, ακόμα και ειδησεογραφία.

Έτσι όμως λειτουργεί και η συγγραφή: συνήθως γράφεις ιστορίες ικανοποιώντας την ίδια ψυχική ανάγκη που έχεις να τις καταναλώνεις, γράφεις για να επιζήσεις. Τα περισσότερα έργα μου, και πάντως αυτά που λες «αναγνωρισμένα», ικανοποιούν τη βιολογική ανάγκη μου να λέω ιστορίες. Είναι, όμως, όπως και το φαγητό, μια ικανοποίηση εφήμερη. Έφαγες και μετά... πάει, χόρτασες!

Από την άλλη, καμιά φορά, σπάνια, ως αναγνώστες βρίσκουμε στα βιβλία ή και στην τέχνη γενικότερα ένα γιατρικό για την ψυχή μας. Το διάβασμα πάει πέρα από τη βιολογική ανάγκη κατανάλωσης ιστοριών – έτσι είναι για μένα κάποια λόγια των αρχαίων, του Όμηρου, του Σοφοκλή αλλά και του Σαίξπηρ, του Μονταίνιου, του Έλιοτ, του Παπαδιαμάντη, του Ντοστογιέφσκι, του Καβάφη, του Μπουλγκάκοφ.

Με τη λειτουργία του γιατρικού προσδιορίζω και τον πόθο μου γι' αυτά «που δεν έγραψα», που είναι σαν να τα αχνοβλέπω, σαν σκιές που θέλω να γίνουν ένσαρκες για να τις αγκαλιάσω – μα συχνά, αν πάω να τις αγκαλιάσω εξαφανίζονται. Αναφέρομαι σε έργα που θέλω να γράψω για να με γιατρέψουν μέσα μου, να με σώσουν. Ίσως είναι ουτοπικό, παιδικό, αδύνατο –ποιος ξέρει–, μπορεί μόνο στα έργα των άλλων να βρίσκει ένας συγγραφέας γιατρικό της ψυχής, αλλά δεν παύω να ονειρεύομαι τέτοια έργα, ως επόμενα. Ένα, έστω.  

— Έβγαλες καπάκι δύο βιβλία με αυτοβιογραφικό υλικό, με τροφή τη ζωή σου. Τι συμβαίνει με σένα και τη μυθοπλασία; 
Μπορεί ο συγγραφέας να γράφει κάτι που φαίνεται στους τρίτους φιξιόν, ενώ στην πραγματικότητα είναι για την ψυχή του. Ή να γράφει δήθεν για τον εαυτό του και να προβάλλει στον αναγνώστη μια επίπλαστη, ψεύτικη εικόνα του. Ποτέ δεν είναι ξεκάθαρο για ποιον μιλάει ένας συγγραφέας, κάθε χαρακτήρας έχει στοιχεία και από εμάς και από τους άλλους. Εγώ, για παράδειγμα, νιώθω ότι το πιο αυτοβιογραφικό έργο μου είναι αυτό για τον Jackson Pollock. 

Από την άλλη μεριά όμως, πράγματι, είναι συνειδητά άλλη λειτουργία το να γράφω «εγώ» και να εννοώ τον Αποστόλη και άλλη να γράφω «ο θείος Πέτρος». Πιστεύω ότι η προσπάθεια να γράψω για τον εαυτό μου εντάσσεται και στην πορεία της έρευνάς μου να βρω το ύφος για να γράψω βιβλία-γιατρικό. Δεν λέω ότι το πετυχαίνω με την αυτοβιογραφία περισσότερο απ' ό,τι με τη μυθοπλασία, αλλά είχα ανάγκη να το εξερευνήσω, μήπως προς τα κει είναι αυτό που ψάχνω.

Ειδικά στο «Τηλεφώνημα» πάω πιο πέρα από τον «Επαναστάτη», καθώς μεγάλο μέρος του είναι επινοημένο και κατά κάποιον τρόπο βάζει την αυτοβιογραφία στη μυθοπλασία ή και το ανάποδο. Μπορεί μέσα από αυτό το πάντρεμα να περνάω σε ένα στάδιο όπου η διαδικασία του φιξιόν είναι αυτοβιογραφική με έναν πιο γνήσιο τρόπο. Γιατί σίγουρα το φιξιόν δεν έχει τελειώσει για μένα.

Το επόμενο βιβλίο μου –αχ αυτό το επόμενο!– μπορεί να έχει μεγαλύτερη δόση γιατρικού, ακριβώς γιατί πέρασα από τα στάδια του «Επαναστάτη», του πιο ξεκάθαρα αυτοβιογραφικού βιβλίου, και του «Τηφωνήματος», που είναι κάπου-ενδιάμεσα. 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ




Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

O Απόστολος Δοξιάδης μιλά (ατρόμητα) στη LIFO για τους μύθους της «γενιάς του Πολυτεχνείου»

Βιβλίο / O Απόστολος Δοξιάδης μιλά (ατρόμητα) στη LIFO για τους μύθους της «γενιάς του Πολυτεχνείου»

Με αφορμή το καινούργιο του «μυθιστόρημα ενηλικίωσης», ο διακεκριμένος συγγραφέας μιλά για την περίοδο της δικτατορίας, τους μύθους που δημιουργήθηκαν απ’ όσους θέλησαν να την εκμεταλλευτούν, την υπόθεση των οκτώ Τούρκων και την κομματοκρατία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
DOXIADIS

Το πίσω ράφι / «Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ» του Α. Δοξιάδη: Ιδανικό δείγμα της μαθηματικής λογοτεχνίας

Ο πρωτότυπος συνδυασμός μυθοπλασίας και επιστημονικού υλικού στο μυθιστόρημα του Απόστολου Δοξιάδη, που είχε ξενίσει κάποτε το εγχώριο λογοτεχνικό κατεστημένο, λειτούργησε ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη διεθνή αγορά.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Τα Ταξιδιωτικά Ημερολόγια του Κωνσταντίνου Δοξιάδη από τις χώρες της Ασίας

Βιβλίο / Τα Ταξιδιωτικά Ημερολόγια του Κωνσταντίνου Δοξιάδη από τις χώρες της Ασίας

Δεν ήταν στις αρχικές προθέσεις του σπουδαίου Έλληνα πολεοδόμου να διατηρήσει ημερολόγιο, αλλά εμπνεύστηκε από τον Λόρενς της Αραβίας σε ένα ταξίδι του στο Πακιστάν το φθινόπωρο του 1954. Το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό ντοκουμέντο μιας περασμένης εποχής.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΤΡΙΤΗ 04/10 - H απόλαυση των κειμένων που μας παρέδωσε η Κρητική Αναγέννηση

Βιβλία και Συγγραφείς / H απόλαυση των κειμένων που μας παρέδωσε η Κρητική Αναγέννηση

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητά με τον Στέφανο Κακλαμάνη, καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για την κρητική λογοτεχνία στην εποχή της Αναγέννησης.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
ΕΥΠΩΛΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Βιβλίο / Διαβάζει λογοτεχνία και ποίηση η gen Z;

Άραγε μπορεί η γενιά Ζ, η οποία μεγάλωσε μπροστά σε μια οθόνη, ταυτίζεται με το διαδίκτυο, κάνει πολλά πράγματα συγχρόνως (multitasking) και που το καλύτερο δώρο που μπορείς να της κάνεις είναι ένα τελευταίας τεχνολογίας gadget, να αναγνωρίζει την ανεκτίμητη αξία του βιβλίου, να επενδύει στην ανάγνωση ως μορφή ψυχαγωγίας, να επιλέγει το βιβλίο ως πηγή γνώσης, πληροφοριών αλλά και ως έναν μοναδικό τρόπο χαλάρωσης;
ΑΝΝΑ ΚΟΚΟΡΗ
Meli Kiyak

Βιβλίο / Mely Kiyak: Από την άκρη του Κουρδιστάν στην ελευθερία

Η συγκλονιστική εξομολόγηση της κουρδικής καταγωγής συγγραφέως Μελί Κίγιακ για την πορεία της από το Κουρδιστάν έως την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία που την έκαναν να λέει ότι είναι υπέροχο «το να είσαι γυναίκα».
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Νυχτερινή επίσκεψη στη Γεννάδειο

Βιβλίο / Νυχτερινή επίσκεψη στη Γεννάδειο

Η LiFO μπήκε στα άδυτα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, είδε τους σπάνιους θησαυρούς και κατέγραψε, με οδηγό τη διευθύντριά της, Μαρία Γεωργοπούλου, τους σημαντικότερους σταθμούς της ιστορίας της αλλά και το άνοιγμα που πραγματοποιεί σήμερα, με τις διαλέξεις και τις εκθέσεις, προς τον κόσμο.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΤΡΙΤΗ 27/09-Πόσο διαβάζεται σήμερα ο Νίκος Καζαντζάκης;

Βιβλία και Συγγραφείς / Πόσο διαβάζεται σήμερα ο Νίκος Καζαντζάκης;

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με την Έρη Σταυροπούλου, ομότιμη καθηγήτρια Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, για τον συγγραφέα του «Αλέξη Ζορμπά» και την αντοχή του έργου του, με αφορμή τον επανασχεδιασμό των βιβλίων του από τον Γιάννη Καρλόπουλο.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Ο Χίτλερ ζει

Βιβλίο / Ο Χίτλερ ζει: Πέντε θεωρίες συνωμοσίας για τον αρχηγό του ναζισμού

Ο Βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Έβανς, που τον γνωρίσαμε μέσα από την τριλογία του για το Γ’ Ράιχ, δείχνει γιατί στον εικοστό πρώτο αιώνα οι θεωρίες συνωμοσίας αποδεικνύονται ανθεκτικές και δημοφιλείς, γνωρίζοντας νέα διάδοση.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Ο γενναιόδωρα οργισμένος Τζορτζ Όργουελ

Βιβλίο / Ο γενναιόδωρα οργισμένος Τζορτζ Όργουελ

Η έκδοση με τα κριτικά κείμενα του Τζορτζ Όργουελ για τη λογοτεχνία και την πολιτική με τον τίτλο «Ό,τι μου κάνει κέφι» μας φέρνει ενώπιον ενός τρομερά οξυδερκούς και ενίοτε γενναιόδωρα οργισμένου στοχαστή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Μπρους Κλαρκ: «Οι μικρογειτονιές της Αθήνας και οι μικροκοινωνίες τους είναι από τα γοητευτικότερα στοιχεία αυτής της πόλης»

Βιβλίο / Μπρους Κλαρκ: «Τα μικρά χωριά της Αθήνας είναι το γοητευτικότερο στοιχείο της»

Οι αέναες αλλαγές της Αθήνας, η βρετανική μοναρχία αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία σε μια απολαυστική συζήτηση με έναν εκλεκτό δημοσιογράφο, συγγραφέα και διάπυρο φιλέλληνα με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Athens, City of Wisdom» (εκδ. Head of Zeus) και τη βράβευσή του από την ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
σταινμπεκ

Το πίσω ράφι / «Τα σταφύλια της οργής»: Το διαχρονικό magnum opus του Τζον Στάινμπεκ

Στο δημοφιλέστερο βιβλίο του, που απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ του 1940, ο Στάινμπεκ αποτυπώνει την ψευδαίσθηση του αμερικανικού ονείρου κατά την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ