Σπανίως βλέπω ταινίες μου κι αν κάποια παίζεται στην τηλεόραση, το πολύ να παρακολουθήσω μια-δυο σκηνές. Πήγαμε πρόσφατα με τον Γιώργο Πανουσόπουλο στην επετειακή μεταμεσονύκτια προβολή της λέσχης «Midnight Express» για τα σαράντα χρόνια από την κυκλοφορία της ταινίας Οι Απέναντι στο σινεμά Ριβιέρα, με την προϋπόθεση να κάτσουμε άντε κάνα μισάωρο, όμως εν τέλει μείναμε μέχρι τέλους, γιατί και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ όμορφη, με πολλά νέα παιδιά ανάμεσα στους θεατές. Συνειδητοποίησα, μάλιστα, ότι στο φιλμ αυτό η πρωταγωνίστρια, δηλαδή εγώ, είναι ουσιαστικά μουγγή! Λέω μόνο μερικές ατάκες. Διαπίστωσα, επίσης, ξανά πόσο μοντέρνα παραμένει ως ταινία, από τον ρυθμό και τους διαλόγους μέχρι τα γυρίσματα. Παλιά, ξέρεις, χωρίζαμε τις ταινίες σε «κουλτουριάρικες» και «εμπορικές», ακουγόταν λοιπόν σχεδόν άσχημο μια ταινία, που θεωρούνταν κουλτουριάρικη, να κόβει πολλά εισιτήρια. Όμως οι Απέναντι τα κατάφεραν και τα δύο, αποτυπώνοντας παράλληλα όλη την αστική κουλτούρα της εποχής.

 

• Η σημερινή Αθήνα, φυσικά, καμία σχέση δεν έχει με αυτή των αρχών της δεκαετίας του ’80. Ούτε μετρό υπήρχε τότε ούτε malls, ελάχιστα ήταν τα «μεγάλα έργα», άλλες ράτσες και φυλές δεν έβλεπες παρά μόνο σε ταινίες. Υπήρχε έπειτα ένα κλίμα μεγάλης αισιοδοξίας και πίστης, ιδίως στη νεολαία, ότι οι καιροί άλλαζαν, ότι τα πράγματα θα καλυτέρευαν διαρκώς και ότι η πρόοδος ήταν μονόδρομος. Φοβάμαι ότι οι σημερινοί νέοι δεν είναι το ίδιο αισιόδοξοι, και όχι μόνο εξαιτίας της πανδημίας και των συνεπειών της.

 

Δεν έχω μετανιώσει για κάποια επιλογή μου. Το βρίσκω εντελώς μάταιο – ποιος μπορεί να γυρίσει πίσω στον χρόνο και να αλλάξει την Ιστορία; Αν κάτι μαθαίνουμε, τελικά, σε αυτήν τη ζωή, είναι μέσα από τα λάθη μας.

 

• Το πιο απαισιόδοξο είναι το γεγονός ότι χάνουμε σιγά σιγά την ταυτότητά μας. Παύουμε να είμαστε άνθρωποι με ονοματεπώνυμο και γινόμαστε νούμερα, κωδικοί, pins, passwords, ψηφιακές περσόνες στα κοινωνικά δίκτυα. Μου φαίνεται διαστροφή όλο αυτό. Έχουμε, ταυτόχρονα, την ατυχία να ζούμε σε μια άσχημη ιστορική στιγμή που έχει πισωγυρίσει όλο τον πλανήτη, έναν πλανήτη του οποίου μοναδικός θεός είναι πλέον το χρήμα.

 

Μπέτυ Λιβανού
Δεν δίνω ποτέ συμβουλές, γιατί αυτό με βάζει σε μια θέση ότι εγώ τα ξέρω όλα, άρα μπορώ να ορμηνέψω και σένα, κάτι που δεν ισχύει. Καθένας οφείλει να πορεύεται με οδηγό το δικό του συναίσθημα, το δικό του μυαλό, το τι λένε η καρδούλα και τα κότσια του, γιατί η δουλειά του ηθοποιού είναι ομολογουμένως πολύ σκληρή κι ας φαντάζει αστραφτερή. Αν, μάλιστα, είσαι άνθρωπος βαθιά ευαίσθητος, φιλότιμος και τελειομανής, χτυπιέσαι άσχημα από πολλές πλευρές, οπότε χρειάζεται να εξασκείς διαρκώς τις αντοχές σου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Το χρήμα ήταν πάντα κινητήριος δύναμη, ποτέ όμως δεν ήταν το απόλυτο κριτήριο όλων των πραγμάτων. Διατηρούνταν κάποιες ισορροπίες, κάποια προσχήματα, έστω στο όνομα κάποιων ιδεών. Τώρα πια όλα γίνονται ξεκάθαρα για τα λεφτά και αν αυτός είναι ο μπούσουλάς σου, επόμενο είναι να κάνεις σφάλματα ή, ακόμα χειρότερα, εγκλήματα. Θα κάνω π.χ. αυτό, θα πεθάνει μεν ένα εκατομμύριο κόσμος, αλλά εγώ θα κερδίσω τόσα και μετά θα είμαι πάλι κύριος. Η ίδια η οικονομία δεν έχει πια κάποιο πραγματικό αντίκρισμα, δηλαδή δεν σχετίζεται με την εργασία και την παραγωγή, είναι όλα στον αέρα, όλα υποθετικά, «φούσκες» κανονικές.

 

• Δεν είμαι από τους ηθοποιούς που πολιτεύονται ή πολιτικολογούν. Υπάρχει, ξέρεις, κάτι στο επάγγελμα του πολιτικού –γιατί περί επαγγέλματος πρόκειται– που όποιος το αγγίζει, αρχίζει να βρομίζει, όσο καλές και να είναι οι αρχικές του προθέσεις. Παλιότερα είχα ασχοληθεί με τα του δήμου στην Παιανία, όπου πλέον ζω, για να βελτιώσουμε λίγο την καθημερινότητά μας, αλλά μέχρι εκεί.

 

• Φέτος στο θέατρο υποδύομαι την Πηνελόπη Δέλτα στην Ιστορία χωρίς όνομα που παίζεται στο ολοκαίνουριο Faliro Summer Theater, μια παράσταση που είχε ξεκινήσει τον χειμώνα του ’19, αλλά γρήγορα έπεσε κι αυτή θύμα των lockdowns. Η ενθουσιώδης υποδοχή του κοινού και η αλληλεπίδραση που επιτυγχάνεται είναι για μας η καλύτερη ανταμοιβή. Το έργο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου, που το εμπνεύστηκε από τα ημερολόγια της συγγραφέως, πιθανότατα και από εκείνα του Ίωνα Δραγούμη. Το διασκεύασε για το θέατρο η Ανθή Λουκά, η οποία παίζει κιόλας, η δε σκηνοθεσία του Κώστα Γάκη είναι πραγματικά μαγική! Ίων Δραγούμης είναι ο Τάσος Νούσιας, παίζουν ακόμα οι Μαρία Παπαφωτίου, Αργύρης Γκαγκάνης, Στέλιος Γιαννακός και ο μουσικός Κώστας Λώλος.

 

Μπέτυ Λιβανού
Φέτος στο θέατρο υποδύομαι την Πηνελόπη Δέλτα στην Ιστορία χωρίς όνομα που παίζεται στο ολοκαίνουριο Faliro Summer Theater, μια παράσταση που είχε ξεκινήσει τον χειμώνα του ’19, αλλά γρήγορα έπεσε κι αυτή θύμα των lockdowns.

 

• Ήταν και οι δύο τους ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, αρκετά παρεξηγημένες επίσης. Ο Ίων Δραγούμης, εκτός από διανοούμενος, κοσμοπολίτης και οραματιστής, ήταν ένας άνδρας πολύ γοητευτικός, πολλές γυναίκες τον θέλανε τότε. Η Πηνελόπη Δέλτα, πάλι, τόλμησε να ομολογήσει τον έρωτά της προς εκείνον ούσα μεγαλύτερή του, παντρεμένη, με τρία παιδιά, από καλή οικογένεια, και μάλιστα σε μια εποχή που μια τέτοια σχέση ήταν τεράστιο σκάνδαλο – και σήμερα ακόμα θα προκαλούσε! Ήταν, ταυτόχρονα, μια ολοδική της επιλογή, κάτι που δεν ίσχυε για τον γάμο της με τον Στέφανο Δέλτα, που ο πατέρας της, ο Εμμανουήλ Μπενάκης, της τον επέβαλε. Ήθελε πολλά κότσια αυτή της η αποκοτιά και δεν της τη συγχώρεσε το περιβάλλον της. Πήγαν να τη βγάλουν τρελή, νευρασθενική, την απείλησαν ότι δεν θα ξανάβλεπε τα παιδιά της, τέτοια πράγματα. Εν τέλει χώρισαν με δική της πρωτοβουλία κι αυτό της στοίχισε πολύ. Όταν ο Ίωνας τα έφτιαξε στη συνέχεια με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, φόρεσε μαύρα και δεν τα ξαναέβγαλε ποτέ. Ήταν γενικότερα ένας άνθρωπος ανικανοποίητος, στερημένη από αγάπη και τρυφερότητα, βαθιά μελαγχολική και ήταν, νομίζω, οι ψυχές τους που πλησίασαν περισσότερο με τον Ίωνα, η διανοητική συνθήκη που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Μάλιστα, χάρη στον έρωτα αυτό άρχισε να γράφει η Πηνελόπη.

 

695
To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Δεν ήμουν εξαρχής θεατρική ηθοποιός. Τα πρώτα είκοσι χρόνια της καριέρας μου έκανα μόνο κινηματογράφο κι αυτό από επιλογή, γιατί μου άρεσε περισσότερο. Είναι οπωσδήποτε δύο τελείως διαφορετικά είδη, καθένα έχει τις ιδιαιτερότητές του, παρότι η βάση τους είναι κοινή. Πολλοί λένε ότι το θέατρο είναι πιο απαιτητικό, αλλά για μένα το να κάνεις σινεμά είναι δυσκολότερο. Στο θέατρο ανεβαίνεις στο αλογάκι και προχωράς, ο ρόλος σε πάει σερί και σε παρασύρει κιόλας. Στον κινηματογράφο, στα γυρίσματα πρέπει να βρίσκεσαι σε διαρκή ετοιμότητα, γίνεσαι «φέτες» που πρέπει να αποτελέσουν κάποια στιγμή ένα σύνολο, μια ενότητα. Είναι πιο κοπιαστικό εκεί το να καταφέρεις την καλή στιγμή. Όμως οι Έλληνες δεν πάμε μόνο σινεμά, είμαστε και θεατρόφιλοι. Μόνο στην Αθήνα υπάρχει ένα στάνταρ κοινό 60.000-70.000 ανθρώπων που παρακολουθούν τακτικά θεατρικές παραστάσεις και σε νορμάλ συνθήκες είναι ικανό να συντηρεί τις περισσότερες σκηνές. Βέβαια, είχαμε εκτροχιαστεί λίγο τα τελευταία χρόνια από πλευράς προσφοράς, κάθε γωνία και θέατρο, αλλά κι αυτό κακό δεν το λες.

 

• Τις έχω περάσει κι εγώ τις κρίσεις μου. Κάποια στιγμή σκέφτηκα, μα, βρε παιδιά, κάνω μια δουλειά που άλλοι αποφάσισαν για μένα, σε έναν χώρο όπου τυχαία βρέθηκα, θέλω πραγματικά να τη συνεχίσω; Απομακρύνθηκα, λοιπόν, για ένα διάστημα από τον χώρο και ασχολήθηκα με άλλα πράγματα. Έστησα μια εμπορική δουλειά με κοσμήματα και αξεσουάρ που έφτιαχνα, η ίδια η οποία πήγαινε θαυμάσια, ώσπου δυο-τρία χρόνια μετά, το 1990, με κάλεσαν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να παραδώσω ένα βραβείο. Αρχικά δεν ήθελα, με τα πολλά συμφώνησα και μου φάνηκε παράξενο που ξαναβρέθηκα σε αυτό το περιβάλλον. «Τι κάνω εδώ εγώ πάλι, τι γυρεύω σε τέτοιες εκδηλώσεις;» αναρωτιόμουν. Προτού προλάβω να το συνειδητοποιήσω, όμως, μου τηλεφώνησαν, προτείνοντάς μου να παίξω σε μια ταινία (σ.σ. ήταν η Εποχή των δολοφόνων). Απάντησα καταφατικά, δίχως ούτε κι εγώ να ξέρω το γιατί, κι έτσι ξαναμπήκα στον χορό. Πάντοτε, βέβαια, το είχα αυτό το «μέσα-έξω» και ευτυχώς ήμουν πάντα καλοδεχούμενη στην επιστροφή. Με τα κοσμήματα όχι, δεν ξανασχολήθηκα.

 

Μπέτυ Λιβανού
Δεν ήμουν εξαρχής θεατρική ηθοποιός. Τα πρώτα είκοσι χρόνια της καριέρας μου έκανα μόνο κινηματογράφο κι αυτό από επιλογή, γιατί μου άρεσε περισσότερο.

 

• Η εποχή που ξεκίνησα εγώ να κάνω τηλεόραση και σινεμά ήταν σίγουρα πιο αθώα. Δεν είχα ακουστά κανένα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης ή εργασιακού μπούλινγκ, ούτε είχα προσωπικά υποστεί κάτι τέτοιο. Όχι πως δεν θα υπήρχαν και τότε μεμπτές συμπεριφορές, δεν ήταν όμως αυτές που κυριαρχούσαν, αντιθέτως, θα έλεγα ότι οι άνθρωποι στον χώρο αυτό αλλά και γενικότερα σεβόντουσαν περισσότερο τις γυναίκες κι ας μην είχαν μια φεμινιστική, ας πούμε, παιδεία με τη σημερινή έννοια. Μπροστά σε μια γυναίκα, στις επιθυμίες και τις ανάγκες της οι άντρες τότε στέκονταν κλαρίνο! Στο πλαίσιο των παραδοσιακών προτύπων αυτό, πάντως, συνέβαινε. Αργότερα εκτροχιάστηκε το πράγμα.

 

• Το μπούλινγκ και ο αυταρχισμός διαφέρουν από μια αυστηρότητα ίσως απαραίτητη μερικές φορές, όταν μιλάμε για δασκάλους και δημιουργούς πραγματικά μεγάλους, που ήξεραν τι έκαναν, όπως ένας Κουν ή ένας Βολανάκης. Σήμερα δεν έχουμε τέτοιες προσωπικότητες, οι περισσότεροι σκηνοθέτες σκηνοθετούν πλέον το έργο και όχι τους ηθοποιούς – οι ηθοποιοί ουσιαστικά αυτοσκηνοθετούνται. Εντάξει, υπάρχουν εξαιρέσεις, σημασία έχει όμως να τους δίνονται και ευκαιρίες. Ειδικά στην τηλεόραση έχουμε να δούμε μια πραγματικά καλή σειρά από την τελευταία του Κώστα Κουτσομύτη, ο οποίος έκανε σπουδαία δουλειά σε κάθε επίπεδο, έκανε κανονικό σινεμά στη μικρή οθόνη. Τα σημερινά σίριαλ είναι αστειότητες, αλλά δεν ενδιαφέρεται και κάποιο κανάλι να επενδύσει σοβαρά στο είδος, έχουν βολευτεί όλα με τα ριάλιτι και τις φτηνιάρικες παραγωγές, στις οποίες ουσιαστικά σε υποχρεώνουν όταν σου δίνουν ψίχουλα για budget. Και, ναι, υπάρχει και εκμετάλλευση, κατά κανόνα από τους παραγωγούς προς τους ηθοποιούς, διότι αυτοί έχουν την ανάγκη, το ψώνιο ή τη φιλοδοξία να δουλέψουν. Όπως και προς το λοιπό προσωπικό των γυρισμάτων. Η οικονομική δυσπραγία σε συνδυασμό με την πανδημία το επιτείνουν όλο αυτό, λειτουργώντας εκβιαστικά ή ως άλλοθι. Αν η κατάσταση στον χώρο ήταν δύσκολη καιρό τώρα, πλέον δεν μπορείς να κάνεις καν σχέδια. Μας έχει διαλύσει κυριολεκτικά αυτή η συνθήκη. Είναι Ιούλιος και ακόμα δεν ξέρουμε αν θα δουλεύουμε τον χειμώνα. Ποιος θα χρηματοδοτήσει μια παραγωγή με τέτοιον θολό ορίζοντα;

 

• Η σεξουαλική παρενόχληση καθαυτή είναι, εννοείται, ένα ζήτημα πολύ σοβαρό, είναι απαράδεκτο να συμβαίνει και φανερώνει ανθρώπους προβληματικούς, χωρίς τσίπα, χωρίς συναίσθηση, χωρίς έστω έναν καλώς νοούμενο εγωισμό, και αναφέρομαι στους θύτες. Τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να αποσιωπώνται, γιατί μόνο έτσι θα αλλάξουν κάποιες νοοτροπίες και συμπεριφορές. Από την άλλη, σε όποιο θέμα κι αν ρίξεις επίμονα έναν φακό, θα φτάσεις κάποια στιγμή στην υπερβολή. Σε μια επικαιρότητα πολύ δυσάρεστη, που τη μονοπωλούσε σχεδόν ο κορωνοϊός, έπρεπε να βγει κάτι άλλο μπροστά, να λειτουργήσει ως αντίβαρο, με τρόπους που δεν προστατεύουν πάντα τα θύματα.

 

Μπέτυ Λιβανού
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Η μητέρα μου, με την οποία μεγάλωσα –ο πατέρας ζούσε για χρόνια στο εξωτερικό– έκανε, μάλλον κατά τύχη, κάτι σοφό, για το οποίο την ευγνωμονώ: με άφησε απολύτως ελεύθερη κι αυτό με έκανε πολύ υπεύθυνο άτομο. Ήξερα από νωρίς τι θέλω, τι πρέπει να κάνω και τι όχι. Την καταπίεση έτσι κι αλλιώς ποτέ μου δεν την άντεχα κι αν υπήρχε, ίσως να με οδηγούσε σε λάθος δρόμους. Μόνη μου έθεσα τα όριά μου κι αυτό νομίζω ότι πρέπει να παροτρύνεται να κάνει κάθε παιδί. Την ίδια ελευθερία επιφύλαξα και στις δικές μου κόρες, τη Μαργαρίτα και τη Δέσποινα. Τους άφησα χώρο και πεδίο να εκφραστούν, κάτι που φάνηκε ότι τις ωφέλησε, κι ας μην απέφυγα κι εγώ κάποια λάθη, όπως άλλωστε κάθε γονέας – το ζήτημα είναι να μην πρόκειται για λάθη ουσιώδη και να μην είναι περισσότερα τα λάθη από τα σωστά.

 

• Γνώρισα τον Γιώργο Πανουσόπουλο ως έναν φοβερά ταλαντούχο άνθρωπο –δούλευε τότε στη διαφήμιση ως διευθυντής φωτογραφίας‒, ταυτόχρονα όμως πολύ σκορπισμένο, είχε μια παρορμητικότητα που δεν μπορούσε να τη βάλει σε μια ρότα. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, με γοήτευσε περισσότερο σε εκείνον, το γεγονός δηλαδή ότι είχε τόσο πολύ ταλέντο, που δεν ήξερε τι να το κάνει και το σκορπούσε δεξιά-αριστερά! Σε κάποιο ρυάκι, σε κάποιο ποτάμι έπρεπε να διοχετευτεί κι έτσι προέκυψε η πρώτη του ταινία. Είμαστε ζευγάρι περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες κι έχουμε περάσει οι δυο μας πολλές όμορφες στιγμές. Ε, ναι, υπήρξαν και κακές στιγμές, όπως είναι λογικό να συμβεί σε μια μακροχρόνια σχέση ‒ μέχρι και διαζύγιο πήραμε κάποτε, περισσότερο για να πούμε ότι το κάναμε κι αυτό! Παραμένουμε μαζί ωστόσο, όχι στο όνομα κάποιας συμβατικότητας, για τα μάτια του κόσμου, ας πούμε, ή με πρόσχημα τα παιδιά μας, αλλά επειδή, εν τέλει, και παρ’ όλα αυτά, αυτό φαίνεται ότι θέλουμε, το «μαζί».

 

Οι Απέναντι
Η Μπέτυ Λιβανού με τον Άρη Ρέτσο στην ταινία «Οι Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου.

 

• Όχι, η ζωή δεν με έχει διδάξει τίποτε απολύτως. Ακόμα μαθαίνω και θα συνεχίσω να μαθαίνω. Δεν αναφέρομαι σε απλά, καθημερινά πράγματα αλλά σε ζητήματα υπαρξιακά, στα οποία οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βρίσκουμε ποτέ τις απαντήσεις. Σκέψεις περιφερόμενες είμαστε – έχω φτιάξει στο μυαλό μου ένα σενάριο, ότι οι εξωγήινοι είμαστε εμείς, δηλαδή ότι πλάσματα άφθαρτα, από άλλους γαλαξίες, που είναι σε μορφή ενέργειας και θέλουν να γνωρίσουν περιπέτειες, κάτι που μπορούν να κάνουν κατ’ επιλογή, έρχονται και καταλαμβάνουν τα σώματά μας και ζουν τις ζωές μας, εδώ, στη Γη, για να επιστρέψουν στον πλανήτη τους, όταν αποβιώσει το ανθρώπινο σαρκίο που έχουν περιβληθεί!

 

• Δεν έχω μετανιώσει για κάποια επιλογή μου. Το βρίσκω εντελώς μάταιο ‒ ποιος μπορεί να γυρίσει πίσω στον χρόνο και να αλλάξει την Ιστορία; Αν κάτι μαθαίνουμε, τελικά, σε αυτήν τη ζωή, είναι μέσα από τα λάθη μας. Ναι, ακόμα κι αν τα επαναλαμβάνουμε. Διότι αλλιώς είναι να κάνεις ένα λάθος εν γνώσει σου ή από επιλογή και αλλιώς από άγνοια.

 

• Δεν δίνω ποτέ συμβουλές, γιατί αυτό με βάζει σε μια θέση ότι εγώ τα ξέρω όλα, άρα μπορώ να ορμηνέψω και σένα, κάτι που δεν ισχύει. Καθένας οφείλει να πορεύεται με οδηγό το δικό του συναίσθημα, το δικό του μυαλό, το τι λένε η καρδούλα και τα κότσια του, γιατί η δουλειά του ηθοποιού είναι ομολογουμένως πολύ σκληρή κι ας φαντάζει αστραφτερή. Αν, μάλιστα, είσαι άνθρωπος βαθιά ευαίσθητος, φιλότιμος και τελειομανής, χτυπιέσαι άσχημα από πολλές πλευρές, οπότε χρειάζεται να εξασκείς διαρκώς τις αντοχές σου.

 

Η Ιστορία Χωρίς Όνομα, Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα για τον Ίωνα Δραγούμη του Στέφανου Δάνδολου σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη παίζεται στο Faliro Summer Theater στις 24 & 25/7. Επίσης, στις 5/9 στο Κηποθέατρο Παπάγου, 11/9 στο Δημοτικό Αμφιθέατρο Μ. Θεοδωράκης Αχαρνές και 17/9 στο Δημοτικό Θέατρο του Άλσους Δ. Κιντής στην Ηλιούπολη. Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Μπέτυ Λιβανού, Μαρία Παπαφωτίου, Γιάννης Αθητάκης, Αργύρης Γκαγκάνης, Στέλιος Γιαννακός, Ανθή Φουντά και Κώστας Λώλος. 

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.