Ιδιαίτερα αγαπητός stand-up κωμικός, influencer, Τοξότης. Συνάντησα τον Διονύση Ατζαράκη ένα κυριακάτικο βράδυ σε ένα μπαρ του Βύρωνα, της περιοχής όπου μένει – μπορώ να σας δώσω και τη διεύθυνση της κατοικίας του με το ανάλογο αντίτιμο. Είχα χρόνια να τον δω από κοντά, αλλά τον παρακολουθούσα και χαιρόμουν που η κωμωδία του βρήκε την ανταπόκριση που της αναλογεί. Έχει χτίσει μια διόλου ευκαταφρόνητη fanbase, το τελευταίο διάστημα κάνει αρκετά διαφημιστικά βιντεάκια, τα οποία όμως δουλεύει εξονυχιστικά, είναι λιγότερο προωθητικά βίντεο και περισσότερο μικρά, κωμικά σκετσάκια. Αν όλες οι διαφημίσεις είχαν την υπογραφή του Ατζαράκη, δεν θα αλλάζαμε κανάλι στα διαφημιστικά διαλείμματα.   

 

Ήταν χαμογελαστός και φιλικός και ήρθε στην ώρα του, οπότε τον συγχώρεσα που μου έκλεισε ραντεβού σε χάλια μέρος – όπως μου είπε επί λέξει ο ταξιτζής που με μετέφερε, «χάλια είναι αυτό το μπαράκι που σου κλείσανε ραντεβού, σε κοροϊδέψανε, έχουμε πολύ ωραία μέρη εδώ πάνω, εκεί πιο κάτω, με τα φώτα, έχει ένα που είναι σαν κάστρο». Μια χαρά ήταν τελικά το μπαρ που δεν ήταν σαν κάστρο, όπως μια χαρά ήταν και η συζήτηση που είχαμε στη συνέχεια. 

 

— Λοιπόν, από την τελευταία φορά που σε είδα…

(με διακόπτει) Αλήθεια, πόσα χρόνια πάνε;

 

Είναι μεγάλη χαρά να κάνεις τους ανθρώπους να γελούν. Είναι δώρο και για εκείνους αλλά και για σένα. Και ξέρεις, πολλές φορές τυχαίνει κάποιος να μου στείλει στο inbox ένα κατεβατό ότι περνούσε μια άσχημη περίοδο και τον βοήθησε πολύ το τάδε βίντεό μου, ότι χωρίς να το ξέρω, με αυτόν τον τρόπο, του στάθηκα στα δύσκολα.

 

— Σίγουρα πέντε.

Πέντε χρόνια; Καιρό έχω να σε δω. Μια χαρά κρατιέσαι.

 

— Κι εσύ, φούσκωσες κιόλας.

Μπράβο και στους δυο μας.

 

Διονύσης Ατζαράκης
Δεν είμαι ο τύπος που θα ανέβει στη σκηνή για να πει τα εσώψυχά του. Κύριο μέλημά μου είναι να βρω κάτι αστείο να πω και να κάνω τον κόσμο να γελάσει πολύ και να ξεχαστεί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Έλεγα, λοιπόν, ότι στο μεταξύ έχεις προχωρήσει αρκετά, έχεις αποκτήσει ένα πιστό κοινό που διαρκώς μεγαλώνει και η αγορά σε εμπιστεύεται. Είναι κάτι που φανταζόταν ποτέ ότι θα συμβεί ο δεκάχρονος Διονύσης;

Κοίτα, ο δεκάχρονος Διονύσης δεν φανταζόταν τίποτα, γιατί ήταν παιδί ακόμα, δεν ήξερε, δεν τον ένοιαζε καθόλου το μέλλον, ζούσε στο παρόν. Αυτή είναι και η χαρά τού να είσαι παιδί, δεν έχεις τέτοιες σκοτούρες, σε νοιάζει μόνο να παίξεις. Τώρα, ο δεκαπεντάχρονος Διονύσης είναι μια άλλη ιστορία. Είχε αρχίσει ήδη να φαντάζεται το μέλλον του. Εκεί στα δεκαπέντε μου είχα πάρει ήδη μέσα μου την απόφαση ότι, όταν μεγαλώσω, θα ήθελα να ασχολούμαι με κάτι ενδιαφέρον και όχι με κάτι που βρίσκω βαρετό. Ήθελα η δουλειά μου να μην είναι κάτι για το οποίο θα υποφέρω. Αλλά θυμάμαι να ντρέπομαι και να μη λέω σε κανέναν ότι δεν θέλω να γίνω δικηγόρος, όπως ο πατέρας μου. Ή, τέλος πάντων, κάτι αντίστοιχα αποδεκτό κοινωνικά. Για να σου απαντήσω, όμως, ο δεκαπεντάχρονος Διονύσης σίγουρα θα χαιρόταν με την εξέλιξη, αν και δεν θα φανταζόταν αυτήν τη συγκεκριμένη εξέλιξη.

 

— Ήσουν από εκείνα τα παιδιά που κάνουν τους συμμαθητές τους να γελούν;

Ήμουν αστείο παιδάκι γενικά και όσο περνούσαν τα χρόνια το δούλευα. Αρχικά ήμουν πολύ ντροπαλός, ειδικά στο σχολείο, δεν είχα πολλούς φίλους. Κάπου στα μισά του γυμνασίου έκατσα και αναρωτήθηκα: «Ρε συ, σε βοηθάει κάπου το να είσαι ντροπαλός; Όχι. Ωραία, άλλαξέ το». Και τόσο απλά συνειδητοποίησα ότι το να είμαι ντροπαλός μού ήταν εμπόδιο και προσπάθησα να το αλλάξω. Άρχισα έτσι να γίνομαι πιο κοινωνικός, είχα ως εργαλείο το χιούμορ και είδα ότι με αυτόν τον τρόπο απέκτησα φίλους και παρέες. Λειτούργησε. Και όσο έβλεπα ότι λειτουργεί, μου άρεσε περισσότερο και προσπαθούσα να το εξελίσσω. Κι όπως οτιδήποτε στη ζωή, όσο το δουλεύεις, βελτιώνεται. Και κάπως έτσι φυτεύτηκε ο σπόρος της κωμωδίας μέσα μου.

 

— Νομίζω πως, αν κάνεις τους άλλους να γελούν και να περνούν καλά, είναι μια ευγενική χειρονομία που επιστρέφει σε σένα και περνάς κι εσύ καλά.

Πολύ σωστά. Είναι μεγάλη χαρά να κάνεις τους ανθρώπους να γελούν. Είναι δώρο και για εκείνους αλλά και για σένα. Και ξέρεις, πολλές φορές τυχαίνει κάποιος να μου στείλει στο inbox ένα κατεβατό ότι περνούσε μια άσχημη περίοδο και τον βοήθησε πολύ το τάδε βίντεό μου, ότι χωρίς να το ξέρω, με αυτόν τον τρόπο, του στάθηκα στα δύσκολα. Εγώ το διαβάζω και μου φαίνεται υπερβολικό να το λέει κάποιος για μένα και γι’ αυτό που κάνω, νομίζω ότι με κοροϊδεύει. Από την άλλη, νιώθω ευγνωμοσύνη και παίρνω μεγάλη χαρά όταν ξέρω ότι κάποιος ήταν άκεφος και με μια βλακεία που έκανα σε ένα βίντεο μπόρεσα να τον βοηθήσω. Κι αυτό είναι ένα κίνητρο για να συνεχίσω.

 

Διονύσης Ατζαράκης
Θα ήθελα να συνεχίσω να δουλεύω πάνω σε πράγματα που μου αρέσουν και μου προκαλούν ενθουσιασμό και να μην έχω συμβιβαστεί με κάτι που δεν με γεμίζει πια. Σου απαντώ 100% επαγγελματικά, γιατί τα υπόλοιπα είναι όπως θα τα φέρει η ζωή, δεν έχω ιδέα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Τελειώνεις λοιπόν το σχολείο, περνάς τον βραχνά των Πανελληνίων και καταλήγεις στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ. Η απόφαση να γίνεις κωμικός πότε έρχεται; Και γιατί stand-up;

Λοιπόν, εκεί στο πανεπιστήμιο έχει αρχίσει κάμποσος κόσμος να μου λέει «ρε συ, πρέπει να ασχοληθείς με το stand-up». Πολλοί και άσχετοι άνθρωποι και σε μια εποχή που δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο. Οπότε σκέφτηκα ότι για να το λένε, κάτι θα ξέρουν. Το stand-up είναι η πιο καθαρή μορφή κωμωδίας που μπορείς να έχεις, δεν παρεμβάλλεται κανείς και τίποτα. Είσαι εσύ, ένα μικρόφωνο, το κοινό και τα αστεία σου. Οπότε στράφηκα εκεί. Έκανα ένα δοκιμαστικό στις «Νύχτες Κωμωδίας» της Λουκίας Ρικάκη, έναν πεντάλεπτο μονόλογο, τους άρεσε, μου είπαν «έλα ξανά» κι εγώ πήγα. Και το ένα έφερε το άλλο.

 

— Με δεδομένη την ντροπαλή σου φύση, πόσο εύκολο ήταν να βγαίνεις μπροστά σε ζωντανό κοινό τότε;

Κοίτα, είχα άγχος στην αρχή, αλλά αυτό είναι κάτι που ξεπερνάς αρκετά γρήγορα. Πολύς κόσμος, μάλιστα, μου λέει «όταν πας να παίξεις κάπου που έχει πολύ κόσμο, δεν πεθαίνεις απ’ το άγχος;». Το αγχωτικό είναι να εμφανίζεσαι μπροστά σε δέκα ανθρώπους, όχι σε χίλιους. Γιατί στους χίλιους θα γελάσουν κάποιοι σίγουρα και θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, το γέλιο είναι μεταδοτικό. Ενώ τους δέκα είναι πιο δύσκολο να τους ζεστάνεις, μπορεί να πεις ένα αστείο και να υπάρξει απόλυτη σιωπή. Επίσης, κάτι που αρκετός κόσμος, παραδόξως, δεν γνωρίζει είναι ότι το κείμενο του stand-up είναι κατά 99% γραμμένο, δεν είναι αυτοσχεδιασμός. Οπότε έχεις και την ασφάλεια του δοκιμασμένου κειμένου. Γιατί, καμιά φορά, έρχονται άνθρωποι και με ρωτάνε «καλά, πού τα σκέφτεσαι όλα αυτά που λες πάνω στη σκηνή;». Τα έχω σκεφτεί από πριν προφανώς. Δεν γίνεται να είσαι επί ογδόντα λεπτά αστείος με πράγματα που σκέφτεσαι εκείνη την ώρα. Κανείς δεν είναι τέτοια κωμική ιδιοφυΐα.

 

— Κι αν υπήρξε ποτέ ένας, αυτός θα ήταν ο Ρόμπιν Γουίλιαμς.

Ναι, ο Ρόμπιν Γουίλιαμς, Θεός σχωρέστον. Αυτός ίσως ήταν ο μοναδικός. Αλλά δεν είμαι ο Ρόμπιν Γουίλιαμς. Οπότε είμαι αναγκασμένος να γράφω και να δουλεύω πολύ τα κείμενά μου πριν τα χρησιμοποιήσω στη σκηνή. 

 

Φάρμα, αλλά καλύτερη

 

— Το stand-up είναι μια μορφή κωμωδίας, όπου εκτίθεσαι άμεσα και προσωπικά. Έχει ψυχοθεραπευτική λειτουργία για σένα;

Συνειδητά όχι. Δεν είμαι ο τύπος που θα ανέβει στη σκηνή για να πει τα εσώψυχά του. Κύριο μέλημά μου είναι να βρω κάτι αστείο να πω και να κάνω τον κόσμο να γελάσει πολύ και να ξεχαστεί. Δεν αποκλείω να υπάρχει κάποιας μορφής ψυχοθεραπεία εκεί μέσα, υπάρχουν συνάδελφοι που το λένε μάλιστα, αλλά τα κίνητρα ήταν και είναι πιο απλοϊκά. Θέλω να κάνω τον κόσμο να γελάσει.

 

— Θα δοκίμαζες τα πάντα για να κάνεις τον κόσμο να γελάσει; Για παράδειγμα, ο Γούντι Άλεν λέει ότι κωμωδία = τραγωδία + χρόνος. Πιστεύεις ότι κάποιες φορές είναι λίγο νωρίς για να αστειευτείς με κάτι;

Χμμμ. Αναφορικά με αυτό που λέει ο Γούντι, αν περάσει λίγος χρόνος από μια τραγωδία, θα μπορέσεις να τη δεις πιο σφαιρικά και να εξερευνήσεις ευκολότερα και την πιο αστεία πλευρά της, ειδικά όταν δεν θα πονάει τόσο. Βέβαια, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν θέματα με τα οποία δεν μπορείς να καταπιαστείς στην κωμωδία. Δεν είναι το θέμα το ζήτημα αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα ασχοληθείς μαζί του, η οπτική γωνία υπό την οποία θα το εξετάσεις. Εκεί πρέπει να δώσεις την προσοχή σου. Θέλει υπευθυνότητα. 

 

— Μια και το αναφέρεις, ουκ ολίγοι κωμικοί ισχυρίζονται το τελευταίο διάστημα ότι η cancel culture και η επιδρομή της πολιτικής ορθότητας, όπως τη χαρακτηρίζουν, σκοτώνουν την κωμωδία και ότι σκέφτονται πια δύο και τρεις φορές πριν κάνουν ένα αστείο. Ποια η γνώμη σου πάνω σε αυτό;

Έτσι κι αλλιώς σκέφτομαι και δύο και τρεις και δεκατρείς φορές ένα αστείο πριν το πω. Αλλά δεν έχει σχέση καθόλου με αυτό η πολιτική ορθότητα. Γενικά, ελπίζω και προσπαθώ να μην έχω τοξικές απόψεις για τα πράγματα. Οπότε, όταν τσεκάρω ένα αστείο, αναρωτιέμαι αν συνάδει με τις απόψεις μου αυτές ή αν, υποκύπτοντας σε ευκολίες, φτάνω να απευθύνομαι σε κακά ένστικτα του κοινού για να τους κάνω να γελάσουν. Δεν έχει τόσο να κάνει με τον φόβο ότι κάποιος θα παρεξηγηθεί. Είναι η ευθύνη που έχεις απέναντι στην κωμωδία, το φίλτρο για όσα λες, όχι ο φόβος ότι θα σε κράξει κάποιος.

 

— Κάτι αξιέπαινο στην κωμωδία σου είναι ότι είναι άμεση και νεανική, χωρίς να βρίζεις ιδιαίτερα.

Κοίτα, είναι κάποιες φορές που το να βρίζεις είναι πολύ αστείο. Αλλά το θέμα είναι να μην είναι αστείο επειδή έβρισες, στη λογική «α, κοίτα τι λέξη είπε αυτός τώρα». Έχουν σημασία ο τρόπος και η συνθήκη. Υπάρχει π.χ. ένα βίντεο που έχω κάνει με τη ζωή του Ιησού, όπου σε κάποια σκηνή μιλούν όλοι με βιβλικές εκφράσεις και πετάγεται στο τέλος ένας και λέει στον άλλον «το γάμησες». Εδώ είναι αστεία η αντιπαραβολή, μου φαίνεται πολύ πιο αστείο απ’ οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί εκείνη την ώρα. Τις φορές που θεωρώ ότι θα λειτουργήσει μια βρισιά θα τη βάλω, ακόμα και με μπιπ, αν και το θεωρώ ευκολία γενικά και δεν θέλω να καταφεύγω εκεί. 

 

Διονύσης Ατζαράκης
Το αγχωτικό είναι να εμφανίζεσαι μπροστά σε δέκα ανθρώπους, όχι σε χίλιους. Γιατί στους χίλιους θα γελάσουν κάποιοι σίγουρα και θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, το γέλιο είναι μεταδοτικό. Ενώ τους δέκα είναι πιο δύσκολο να τους ζεστάνεις, μπορεί να πεις ένα αστείο και να υπάρξει απόλυτη σιωπή. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Είναι κάτι αντίστοιχο με αυτό που έλεγε ο Χίτσκοκ, «μη χαραμίζεις ποτέ ένα γενικό πλάνο στην αρχή, όταν μπορείς να το χρησιμοποιήσεις κάπου στη μέση και να έχει μεγαλύτερο δραματικό αντίκτυπο».

Ακριβώς, χρειάζεται η σωστή δοσολογία. Δεν θέλω να γελάνε επειδή ειπώθηκε μια βρισιά αλλά επειδή η βρισιά εκείνη την στιγμή κάνει την κατάσταση πιο αστεία εντός της δεδομένης συνθήκης. Οπότε, καλά τα έλεγε ο Χίτσκοκ.

 

— Γενικά, οι σπουδές σου στο σινεμά σε έχουν βοηθήσει στην κωμωδία σου;(σ.σ. ο Διονύσης έχει σπουδάσει και κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου)

Με έχουν βοηθήσει πολύ στην οπτική κωμωδία, στα βίντεο δηλαδή, όχι στο stand-up. Γιατί στο βίντεο υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι για να κάνεις ένα αστείο, πέρα από το να το πεις. Είναι το μοντάζ, η μουσική, η σκηνοθεσία, το παίξιμο, από πού θα μπει κανείς στο κάδρο, από πού θα βγει, με τι ταχύτητα. Με έχουν βοηθήσει αρκετά οι σπουδές κινηματογράφου, το 98% των πραγμάτων που έχω κάνει το έχω σκηνοθετήσει εγώ κι αν δεν το μοντάρω ο ίδιος, επιβλέπω σίγουρα το τελικό μοντάζ. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, κάνει ο αδερφός μου, που κανονικά είναι δικηγόρος.

 

— Φαντάζομαι πως όταν ο αδερφός σου γνωρίζει κάποιον και του λέει ότι είναι δικηγόρος, θα ακούει συχνά κάτι του τύπου «α, για να σε ρωτήσω, έχει ένα αγροτεμάχιο ένας θείος μου στις Θερμοπύλες και βρίσκεται σε διαμάχη με τον γείτονα κ.λπ.». Εσένα, όταν σε γνωρίζουν, σου ζητούν να πεις ένα αστείο για να γελάσουν;

Αυτό συνέβαινε πολύ συχνά παλιότερα, δεν συμβαίνει ιδιαίτερα τώρα πια. Βασικά, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες οι άνθρωποι, είναι εκείνοι που με ξέρουν από πριν και είναι κι εκείνοι που δεν με ξέρουν και τους λέω ότι είμαι κωμικός και ασχολούμαι με το YouTube, οπότε μπαίνουν αμέσως σε απολογητική θέση και λένε «για να είμαι ειλικρινής δεν σε ξέρω, αλλά εγώ δεν τα παρακολουθώ γενικά αυτά, δεν αποτελώ μέτρο σύγκρισης» κι εγώ τους απαντώ ότι είναι πολύ εντάξει να μη με έχουν δει, δεν χάνουν και τίποτα. Αλλά γενικά αυτό το «πες μας κανένα αστείο να γελάσουμε» έχει σταματήσει. Είναι αυτό το στάνταρ πράγμα που θα ακούσεις να λένε οι κωμικοί, «όπως δεν θα πεις σε έναν λογιστή, όταν τον γνωρίσεις, να σου κάνει τη φορολογική δήλωση, έτσι δεν βγάζει πολύ νόημα να ζητάς και από εμάς να σου πούμε ένα αστείο κατά παραγγελία». 

 

Masterchef, αλλά καλύτερο

 

— Για εσάς, τη νεότερη γενιά κωμικών, τα social media και το YouTube ήταν και είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, έτσι;

Είναι πάρα πολύ καλό εργαλείο, χρήσιμο για να εξερευνήσεις διαφορετικές μορφές κωμωδίας. Προσωπικά, ενθουσιάστηκα όταν βγήκαν τα stories στο Ιnstagram. Γιατί έχεις στη διάθεσή σου δεκαπέντε δευτερόλεπτα που μπορείς να τα γεμίσεις με κάτι αστείο κι αυτό, πέρα από πρόκληση, είναι και πολύ ωραίο μάθημα για τον ρυθμό, για την οικονομία στην κωμωδία. Και επειδή είναι story, ξέρεις ότι και κακό να βγει, θα έχει εξαφανιστεί σε ένα 24ωρο, οπότε κάνεις όποιο αστείο σού κατέβει εκείνη την ώρα, χωρίς να το φιλτράρεις ιδιαίτερα. Moυ αρέσουν γενικά τα social, γιατί σου δίνουν τη δυνατότητα να είσαι αστείος με παραπάνω από έναν τρόπους.

 

— Και φαντάζομαι ότι βοηθά και το να έχεις συχνότερη και πιο άμεση επαφή με το κοινό σου. Αυτό γίνεται φορτικό ποτέ;

Κοίταξε, δεν μπορώ να πω ότι έχω τοξικούς φαν. Μάλλον followers, όχι φαν, όπως έχει ο Σάκης Ρουβάς. Υπάρχει ευτυχώς μια εκτίμηση σε αυτό που κάνω, μια κατανόηση. Υπάρχουν και οι άνθρωποι που θα κάνουν μια κακόβουλη κριτική, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα καταλαβαίνεις και διαχωρίζεις ποιο σχόλιο μπορεί να κρύβει κάτι εποικοδομητικό, από το οποίο μπορείς να ωφεληθείς και να βελτιωθείς ενδεχομένως, και ποιος θέλει απλώς να σε κράξει για να περάσει την ώρα του. Μαθαίνεις να μη δίνεις σημασία σε αυτά. Δεν είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο αυτό, θέλει εξάσκηση, αλλά είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς. Και έξω, όταν με συναντούν, είναι πάντα ευγενικός ο κόσμος. Κι εγώ τους μιλάω πάντα με χαρά και προθυμία. Δεν μπορώ να το δω δηλαδή ως ενόχληση, ίσα ίσα το βρίσκω τιμητικό.

 

— Για ποιο πρότζεκτ απ’ όσα έχεις κάνει μέχρι τώρα νιώθεις περισσότερο περήφανος;

Μάλλον θα πω το «Cineλθετε», που έκανα στην τηλεόραση. Ήμασταν σε μεσημεριανή ζώνη και είχαμε απόλυτη δημιουργική ελευθερία, κάτι που εκτιμώ περισσότερο, έχοντας δει στη συνέχεια πόσο δύσκολο είναι να κάνεις εκπομπή με τους δικούς σου όρους. Στο «Cineλθετε» ευθυγραμμίστηκαν οι πλανήτες, είχαμε τύχη και μπορέσαμε να κάνουμε ό,τι αστείο θέλαμε, βάζαμε μέσα ό,τι γουστάραμε. Είχαμε τέτοια ελευθερία, που οριακά αναρωτιόμουν αν το έβλεπαν στον σταθμό πριν το παίξουν. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να βάλω μέσα σε εμβόλιμο πλάνο ένα πέος, όπως στο «Fight Club», για να τους τεστάρω και να δω αν θα το προσέξουν. Δεν το έκανα τελικά, ευτυχώς. Αλλά ήταν πολύ ωραίο και για μένα και για τον Θωμά να έχουμε τόση ελευθερία (σ.σ. αναφέρεται στον Θωμά Ζάμπρα, τακτικό συνεργάτη του).

 

— Ο Θωμάς Ζάμπρας θα έλεγες ότι είναι ο Γουόλτερ Ματάου στον Τζακ Λέμον σου;

Κάπως έτσι, συνεργαζόμαστε χρόνια, γράφουμε πολλά πράγματα μαζί. Γράφουμε και με άλλους ανθρώπους, αλλά όταν γράφουμε οι δυο μας έχουμε πολύ καλή χημεία, πολύ καλή επικοινωνία, βρίσκουμε τα ίδια πράγματα αστεία, συμφωνούμε πολύ στο τι είναι αστείο.

 

— Κι όταν διαφωνείτε, πώς το λύνετε; Στρίβετε κέρμα;

Ποτέ δεν διαφωνούμε σθεναρά για κάτι, είμαστε πολύ καλοπροαίρετοι στο τι θα μπει και τι θα μείνει εκτός. Αλλά επειδή εγώ μπορώ να κάτσω και να το ψειρίζω για καμιά βδομάδα, ο Θωμάς συνήθως υποχωρεί λόγω βαρεμάρας και επειδή δεν είναι εξίσου παρανοϊκός, οπότε, για κάποια πράγματα που μας προβληματίζουν, μπορεί να αποφασίσω εγώ. 

 

Too late show - Κορωνοϊός

 

— Αν δεν κάνω λάθος, το ξέσπασμα της πανδημίας εσένα δεν σε επηρέασε μόνο στο σκέλος της ακύρωσης των ζωντανών παραστάσεων αλλά έβαλε σε πάγο κι ένα πρότζεκτ που είχες ξεκινήσει.

Ναι, είχα ξεκινήσει πριν από την πανδημία τα γυρίσματα μιας κωμικής σειράς μυθοπλασίας. Ένα αυτοτελές mini-series, ας πούμε. Τη γράψαμε εγώ με τον Θωμά ‒ μας έχει βοηθήσει κι ένας κωμικός ακόμα στο γράψιμο κάποιων επεισοδίων, ο Γιώργος Παπανικολάου. Επειδή ξέραμε εξαρχής ότι με τα κανάλια δεν θα μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη αν τους πηγαίναμε απλώς ένα σενάριο, πήραμε την κάπως τρελή απόφαση να κάνουμε μόνοι μας την παραγωγή. Οπότε, όταν με βλέπετε να διαφημίζω διαρκώς πράγματα και αναρωτιέστε «καλά, αυτός γιατί κάνει τόσα διαφημιστικά;», μια καλή απάντηση είναι ότι τα κάνω για τη σειρά. Έχει γυριστεί ήδη ένα 70%, τους επόμενους μήνες θα ολοκληρώσουμε τα γυρίσματα και από κει και πέρα θα δούμε τι θα γίνει.

 

— Η σειρά θα πατά σε αυτό το πρότυπο αναρχικής κωμωδίας τύπου Μελ Μπρουκς και Ομάδας ΖΑΖ, όπως τα βιντεάκια σου;

Θα έχει αυτό το πιο κουφό χιούμορ, θα είναι σε αυτό το στυλ, αλλά πάντα με μια πλοκή. Αυτό που έβρισκα κάπως προβληματικό σε αυτές τις ταινίες ήταν ότι από ένα σημείο κι έπειτα κύριο μέλημά τους ήταν να είναι αστείες, ο σουρεαλισμός ξέφευγε και χάνονταν κάπως τα stakes. Αυτό που κάνουμε εμείς έχει και μια ιστορία. Θα έχει και κάμποσα στοιχεία δράσης μέσα. Πέρα από εμένα και το Θωμά, παίζουν ακόμα η Μαίρη Συνατσάκη, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, ο Γιάννης Μποσταντζόγλου, ο Γεράσιμος Γεννατάς, ο Πασχάλης Τσαρούχας. Από κει και πέρα έχουμε πάρα πολλά γκεστ, από τον Λευτέρη Ελευθερίου και τον Σπύρο Μπιμπίλα μέχρι τον Φοίβο Δεληβοριά. (Μας έδειξε ένα πρώτο τρέιλερ της σειράς και πήγαμε να δαγκώσουμε το τραπέζι από τα γέλια με το cameo του Φοίβου.) Τη γυρίζουμε με τη λογική ταινίας όμως, παίρνουμε τον χρόνο μας, έχουμε ντεκουπάζ, δεν στήνουμε απλώς ένα δικάμερο και λέμε «πάμε να ξεμπερδεύουμε». Είναι μια δουλειά που απευθύνεται στο ευρύ κοινό μεν, δεν είναι κάτι εσωστρεφές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι και πρόχειρη. Γιατί και σ’ εμάς αρέσει να βλέπουμε τέτοιες δουλειές. Πάρε για παράδειγμα το «Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο». Έκανε πολλά εισιτήρια, απευθυνόταν σε πολύ κόσμο και παράλληλα ήταν και μια πολύ ωραία, προσεγμένη δουλειά. Κι αυτό είναι κάτι που θέλουμε πολύ από τη σειρά μας.

 

— Από τα συμφραζόμενα υποθέτω ότι θέλεις να κάνεις και σινεμά.

Πολύ. Είναι όνειρό μου να κάνω ταινίες. Και αν βάλεις κάτω τις εργατοώρες που έχουμε φάει για τη σειρά, τώρα θα είχαμε ταινία στα χέρια μας. Αλλά η ταινία θέλει περισσότερη δουλειά, θέλει μεγάλη προσήλωση. Έχω κάποια concepts στα συρτάρια μου, ο χρόνος θα δείξει.

 

— Αλήθεια, πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια από τώρα;

Θα ήθελα να συνεχίσω να δουλεύω πάνω σε πράγματα που μου αρέσουν και μου προκαλούν ενθουσιασμό και να μην έχω συμβιβαστεί με κάτι που δεν με γεμίζει πια. Σου απαντώ 100% επαγγελματικά, γιατί τα υπόλοιπα είναι όπως θα τα φέρει η ζωή, δεν έχω ιδέα. Θέλω αυτό λοιπόν. Να μην έχω μπει σε αυτόματο πιλότο και να μην κάνω πράγματα διεκπεραιωτικά. Να με γεμίζει ακόμα η δουλειά μου.

 

— Και για να κλείσουμε περίπου όπως ξεκινήσαμε, αν γύριζες πίσω στον χρόνο, τι θα έλεγες στον δεκαπεντάχρονο Διονύση; Τι θα τον συμβούλευες;

Αυτό πρέπει να το σκεφτώ. (παύση) Θα του έλεγα να επενδύσει στην Google και στην Apple, που τότε ήταν στα κάτω της. Kατά τα λοιπά, θα προσπαθούσα να τον καθησυχάσω, θα του έλεγα «καλά θα πάει η φάση, φίλε, μην πεθάνεις από το άγχος». Μην χαλαρώσεις και πολύ δηλαδή και έχουμε κανένα time paradox και δεν αποκτήσεις αυτά που θα μπορούσες να έχεις, γενικά έχε λιγότερο άγχος. Τα πράγματα που φαντάζεσαι και ονειρεύεσαι, κουτσά στραβά, θα σου βγούνε. 

 

— Διονύση, σε ευχαριστώ πολύ και εύχομαι σε πέντε χρόνια που θα τα ξαναπούμε να είναι με αφορμή τη νέα σου ταινία.

Αμήν.