THE MAGUS: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας Facebook Twitter
Φωτ.: Freddie F./LIFO

The Magus: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας

0

Αρχές της δεκαετίας του ’90. Κάθε Σάββατο μεσημέρι έξω από το δισκοπωλείο Rock City της οδού Ακαδημίας γινόταν το «ζύμωμα» της ελληνικής metal σκηνής. Δεκάδες μέλη από μπάντες της εποχής και απλοί fans του σκληρού ήχου, όπως τότε και εγώ, συγκεντρώνονταν στο πεζοδρόμιο και κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο αντάλλαζαν απόψεις, κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι τα πιο φρέσκα demos, άλμπουμ και φανζίν. Σίγουρα, ένα λιθαράκι του ελληνικού σκληρού ήχου μπήκε εκεί. Εποχή χωρίς smartphones, πολύ πριν τα social media, το Myspace και το Facebook.

Μέλη από μπάντες που σήμερα περιοδεύουν σε όλο τον κόσμο και γεμίζουν μεγάλα venues βρίσκονταν εκεί. Οι Rotting Christ και οι Septicflesh, αλλά και οι Nightfall, οι πιο ιδιαίτεροι Varathron, οι πρώιμοι Horrified, Septicemia, Selefice και πόσοι ακόμα. Μαθητής του γυμνασίου, έχω ακόμα θολή την εικόνα ενός «περίεργου» τύπου, ντυμένου στα μαύρα, κάποιες φορές με ψηλό καπέλο και μαύρη ομπρέλα. Ήταν ο Magus, συνιδρυτής των Necromantia, μίας από τις black metal μπάντες που επηρέασαν όσο ελάχιστες τις νεότερες γενιές σε παγκόσμιο επίπεδο. Με μία σημαντική λεπτομέρεια: δεν έπαιξαν ποτέ live μπροστά σε κοινό.

Οι Necromantia ιδρύθηκαν το 1989 από δύο μπασίστες, τον Magus και τον Baron Blood. Το 2019, ο Baron Blood φεύγει ξαφνικά από τη ζωή και έτσι κλείνει οριστικά ο κύκλος των Necromantia. Τρεις δεκαετίες γεμάτες κυκλοφορίες και πρωτοποριακό «μαύρο» ήχο που καθόρισε μία ολόκληρη εποχή. Ποιος άλλος το 1990 θα πρόσθετε σαξόφωνο σε black metal κομμάτι; Ο Magus υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος της πρώιμης σκηνής, υπογράφοντας και ως παραγωγός, ηχολήπτης και μέλος (φωνή, πλήκτρα, μπάσο) σε σημαντικά άλμπουμ και μπάντες (Rotting Christ, Varathron).

Μουσική συνεχίζω να γράφω. Μόλις βρω τους συνεργάτες που θέλω να έχω και τι ακριβώς θέλω να γίνει, θα κάνω κάτι άλλο, που δεν θα είναι Necromantia, ένα νέο όχημα. Για έναν δίσκο; Για δύο; Κανείς δεν ξέρει…

Πριν από λίγους μήνες, στα τέλη του 2021, κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ των Necromantia με τίτλο «To The Depths We Descend», φόρος τιμής στον Baron Blood. Αυτό είναι το οριστικό τέλος της πιο «μαύρης» μπάντας που γνώρισε ο πλανήτης. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, στο κέντρο της Αθήνας, συναντώ τον Magus για πρώτη φορά.

To The Depths We Descend— Κάτω από ποιες συνθήκες ηχογραφήθηκε το τελευταίο άλμπουμ «To The Depths We Descend»; 
Ψυχολογικά, ήταν ένα δύσκολο άλμπουμ. Φτιάχτηκε με αφορμή και επίκεντρο την απώλεια του Baron Blood. Ταυτόχρονα, η πανδημία ήταν ο λόγος που έγινε άλμπουμ, γιατί το δικό μου αρχικό πλάνο ήταν να είναι ένα επτάιντσο EP. Δεν δούλευα στην πανδημία, ήταν κλειστή η δουλειά μου και μου έδωσε χρόνο να ασχοληθώ περισσότερο με το άλμπουμ των Necromantia και πιο πριν με το άλμπουμ των Yoth Iria. Συναισθηματικά ήταν βαρύ, ειδικά το κομμάτι που είναι για τον Baron Blood ακόμα το ακούω και σε κάποια σημεία ανατριχιάζω. Ακόμα και τώρα, μετά από έναν χρόνο.

Το άλμπουμ ήταν για εμένα λυτρωτικό γιατί σαν μπάντα δεν βγάζαμε συχνά κυκλοφορίες. Συζητούσαμε να αρχίσουμε να δουλεύουμε με τον Baron Blood πάνω σε ένα νέο άλμπουμ το 2017.

— Μεσολάβησαν 14 χρόνια ανάμεσα στο τελευταίο σας άλμπουμ και το προηγούμενο του 2007 («Τhe Sound of Lucifer Storming Heaven»). Τι κάνατε όλο αυτό το διάστημα;
Εμείς δεν ήμασταν πολύ παραγωγικοί σαν μπάντα γιατί δεν ήμασταν ποτέ επαγγελματίες. Πάντα ερασιτέχνες, εραστές της τέχνης. Ούτε κάναμε περιοδείες, οπότε δεν υπήρξε ποτέ πίεση για να βγάλουμε νέο δίσκο… Όποτε αισθανόμασταν ότι έχουμε να πούμε κάτι, τότε δουλεύαμε σε νέο υλικό. Μεγαλώνοντας, η ρουτίνα της καθημερινότητας, μιλώντας προσωπικά, δεν με άφηνε να αφοσιωθώ. Για να κάνω έναν δίσκο των Necromantia ήθελα έναν χρόνο να τον δουλέψω απομονωμένος από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, για να μπορέσω να βγάλω αυτό που θέλω και να αποδώσω συνθετικά. Είμαστε λίγο ιδιαίτερη μπάντα.

— Ο θάνατος του Baron Blood ήταν ο μόνος λόγος για το τέλος-επίλογο των Necromantia;
Αυτός ήταν ο λόγος. Δεν ήταν ότι έφυγε απλά ένα μέλος. Χάσαμε το ήμισυ της μπάντας. Μαζί τα φτιάξαμε όλα, ήμασταν μαζί από την αρχή, μαζί το σκεφτήκαμε, μαζί το στήσαμε. Για εμένα, δεν είχε νόημα να το συνεχίσω χωρίς τον Baron Blood. Δεν ένιωθα ηθικά σωστά και γι’ αυτό είπα «βγάζω αυτό για τον Baron Blood και κλείνω το κεφάλαιο».

— Τι κρατάς από αυτές τις τρεις δεκαετίες των Necromantia;
Κρατάω μόνο καλές αναμνήσεις. Δεν έχω κανένα παράπονο. Ίσως το μόνο παράπονο είναι ότι ποτέ δεν είχαμε αρκετά χρήματα για να κάνουμε μια σωστή ηχογράφηση. Τώρα είναι διαφορετικά, συνδυασμός χρημάτων και τεχνολογίας. Παλιά η τεχνολογία ήταν αλλιώς, λιγότερα μέσα, πιο ακριβά, έπρεπε να παίξεις ξανά και ξανά μέχρι να βγει σωστό, αν δεν σου άρεσε ο τελικός ήχος που έβγαλες στο στούντιο και δεν είχες άλλα χρήματα, έπρεπε να συμβιβαστείς με αυτό. Θα ήθελα να είχα περισσότερο χρόνο στο στούντιο να δουλέψω τα άλμπουμ. Αυτό μόνο.

Οι Necromantia είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου. Ό,τι κυκλοφορούσε μέσα στις πιο σκοτεινές γωνίες του υποσυνείδητού μου έβγαινε εκεί μέσα. Και έβγαινε με έναν τρόπο έντιμο και αληθινό. Ποτέ δεν διστάσαμε να βάλουμε μη συμβατικά για το metal όργανα, σαξόφωνο, κρουστά, πλήκτρα, που δεν έβαζαν πολλοί τότε. Όταν το 1995 στο άλμπουμ «Scarlet Evil Witching Black» βάλαμε αρκετά πλήκτρα, συμφωνικού τύπου, ελάχιστες μπάντες το κάνανε. Και κάποιες από αυτές που τώρα είναι μεγάλες μάς θεωρούν επιρροές τους.

Το ταξίδι μας τελείωσε, πιστεύω όμως ότι όλα τα πράγματα πρέπει να έχουν μία αρχή και ένα τέλος. Νιώθω πλήρης. Βέβαια το ταξίδι μας τελείωσε απότομα και για λάθος λόγους, αλλά νιώθω ικανοποιημένος από αυτά που αφήσαμε ως κληρονομιά στο black metal.

Necromantia - Scarlet Evil Witching Black (Full Album)

— Πότε πρωτοήρθες σε επαφή με το metal;
Η πρώτη μου επαφή ήταν μέσα από δύο ιστορίες. Σε μια αποθήκη που είχε η γιαγιά μου, βρήκα μία κασέτα του «Sabbath Bloody Sabbath» των Black Sabbath. Ήμουν 12 χρονών. Ρωτάω τη γιαγιά μου «τι είναι αυτό;». Μου λέει, είναι του ξαδέρφου σου που έχει έρθει από τη  Μυτιλήνη. Τη βάζω να παίξει, παθαίνω σοκ. Ήταν Δεκέμβριος. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, ήρθαν κάτι εξαδέλφες μου από την Αμερική και είχαν μαζί τους ένα κασετοφωνάκι με κασέτες Def Leppard και Bon Jovi. Εκείνη την εποχή μόλις είχα τελειώσει το δημοτικό και έμπαινα στο γυμνάσιο. Από εκεί και πέρα, άρχισα να το ψάχνω, Scorpions, Deep Purple, Rainbow, hard rock πρώτα, μετά Iron Maiden, Judas Priest, Manowar, Motorhead κ.λπ. και όσο πέρναγαν τα χρόνια, το πράγμα άρχιζε να «σκληραίνει».

Άρχισα να παίζω στα 16 μου σε μπάντες, hardcore και punk, γιατί αυτά μπορούσα να παίξω τότε όσον αφορά στο τεχνικό μου επίπεδο. Κάπου εκεί, στα 15 με 16, ήρθα σε πρώτη επαφή με τους Venom. Οι Venom, και ιδιαίτερα ο Cronos, με έχουν στιγματίσει. Σαφώς και οι Celtic Frost και οι Bathory, αλλά οι Venom κυρίως γιατί συνδύαζαν πολλά πράγματα. Τότε άκουγα πολύ hardcore, metal, punk, thrash, όλο το φάσμα, μπαίνοντας σταδιακά στα πιο ακραία. Πραγματικά, το θυμάμαι σαν τώρα, γυρνάω από τις καλοκαιρινές διακοπές στο φροντιστήριο αγγλικών και λέω σε μία φίλη και συμμαθήτριά μου «πήρα το “Welcome to Hell”» και αυτή μου απαντάει «εγώ το “Black Metal”». Δεν είχα χρήματα να πάρω και τα δύο άλμπουμ των Venom. Και έτσι έγινε και η ανταλλαγή, «φέρε να το γράψω» κ.λπ.

Μπήκα σταδιακά στο metal ξεκινώντας από το rock, κάτι που νεότερες γενιές δεν έχουν και πάνε απευθείας στην εξειδίκευση, π.χ. «ακούω μόνο death metal». Δεν τους κατηγορώ, δυστυχώς έτσι είναι η εποχή μας. Ξεκίνησα από τα κλασικό rock, hard rock, punk, hardcore, και σταδιακά άρχισα να το «χοντραίνω», χωρίς να αναιρώ τα προηγούμενά μου ακούσματα. Και τώρα μπορώ να ακούσω και punk και Deep Purple και Led Zeppelin και να γουστάρω.

— Πώς θυμάσαι τις πρώτες σου μπάντες; 
Ξεκίνησα να παίζω punk και hardcore. Το 1986 αν θυμάμαι καλά. Είχαμε κάνει και 1-2 live σε κάτι χοροεσπερίδες σε σχολεία, με το μη punk όνομα για μπάντα Freddy Krueger, αλλά παίζαμε punk κανονικό. Ντράμερ με «κοκόρι», τραγούδαγε κιόλας, έντονα πολιτικοί στίχοι. Μετά το γυρίσαμε στο crossover thrash-hardcore, με έναν πολύ καλό κιθαρίστα που ακόμα και σήμερα παίζει κιθάρα αλλά σε άλλα είδη μουσικής. Και όταν παίζεις μαζί με έναν καλύτερο μουσικό, αρχίζεις και γίνεσαι και εσύ καλύτερος. Έκανα κάποια μαθήματα σε ωδείο, βελτιώθηκα όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι.

Πριν από τους Freddy Krueger, ήταν να τραγουδήσω σε ένα συγκρότημα που έπαιζε τεχνικό thrash. Αυτή η μπάντα λεγόταν Exapsis. Δεν την ξέρει κανείς. Ο κιθαρίστας, ο μπασίστας και ο ντράμερ ήταν τόσο μπροστά από την εποχή τους, που αν αυτή η μπάντα συνέχιζε, θα λέγανε «τι είναι αυτοί, οι Atheist του 1984;». Ο κιθαρίστας τους ήταν ο David που χρησιμοποίησα αργότερα στους Necromantia για τα σόλο. Αλλά είχε άλλα κολλήματα, ήταν περφεξιονιστής, ήθελε να ακούγονται όλα όπως ακριβώς τα είχε φανταστεί.

Φτάνουμε το 1989-89 στους Necromancy, που παίζαμε πλέον το death-thrash-black της εποχής. Επιρροές από Sepultura, Sodom, Kreator. Με περισσότερη ατμόσφαιρα, έβαλα τα δικά μου στοιχεία, κάτι πρώιμα τελετουργικά σημεία στο κομμάτι «Forbidden Rites». Έφυγα από αυτή την μπάντα για διάφορους λόγους, τσακωθήκαμε. Έγιναν κάποια πράγματα πίσω από την πλάτη μου... Ήξερα ήδη τον Baron Blood από το σχολείο, ήταν έναν χρόνο μικρότερος στο λύκειο, μαζί πηγαίναμε. Ένας τύπος τεράστιος, με ένα επίσης τεράστιο ραφτό Manowar στο τζιν μπουφάν. Έτσι γίνονταν οι γνωριμίες τότε, «μεταλάς, έλα εδώ, ρε φίλε, τι γίνεται, τι ακούς;».

Και κάνουμε τους Necromantia. Το πρόβλημα ήταν ότι και οι δύο ήμασταν μπασίστες. Μου λέει: «Έχω ένα οκτάχορδο». Tο βλέπουμε, «μοιάζει με κιθάρα. Ασ’ το, ξέχνα την κιθάρα, να κάνουμε μία μπάντα με δύο μπάσα» απαντάω.

— Οι Necromantia ήταν ένα καθαρά μουσικό όχημα ή πάντα υπήρχε και κάτι βαθύτερο;
Και οι δύο, από τότε, ο Baron Blood και εγώ, είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα και απόψεις σχετικά με το εσωτερικό κομμάτι, τον αποκρυφισμό και ένα ενδιαφέρον για το μεταφυσικό. Ήταν πολύ έντονο και στους δύο και πολλές φορές ερευνούσαμε συμβάντα, τοποθεσίες στην Ελλάδα, αποκρυφιστικά κείμενα κ.ά. Είχαμε κοινές αναφορές σε αυτά τα θέματα, εγώ λίγο περισσότερο left-hand path, o Baron Blood πιο neutral.

Ουσιαστικά ήρθαμε σε πρώτη επαφή με αυτά μέσω της λογοτεχνίας του φανταστικού και στη συνέχεια αρχίσαμε να ψάχνουμε πόσα από αυτά που γράφονταν εκεί κρύβουν και κάτι άλλο, βαθύτερο. Και ο Baron Blood και ο Worshiper of Pan ήταν συνοδοιπόροι σε αυτό, ο κάθε ένας από τη δικιά του σκοπιά, αλλά με κοινή αφετηρία.

THE MAGUS: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας Facebook Twitter
Δεν ήταν ότι έφυγε απλά ένα μέλος. Χάσαμε το ήμισυ της μπάντας. Μαζί τα φτιάξαμε όλα, ήμασταν μαζί από την αρχή, μαζί το σκεφτήκαμε, μαζί το στήσαμε. Για εμένα, δεν είχε νόημα να το συνεχίσω χωρίς τον Baron Blood.

— Οι στίχοι είναι εξίσου σημαντικοί με τη μουσική;
Οι στίχοι στους Necromantia ήταν αυτοί που καθόριζαν πώς θα ήταν και το τραγούδι. Η ατμόσφαιρα του κομματιού ήταν άμεσα εξαρτημένη από το τι έλεγαν οι στίχοι. Ακόμα και τώρα έτσι δουλεύω. Ουσιαστικά, γράφω πρώτα στίχους. Έχω αυτούς τους στίχους, ξεκινάω να παίζω μουσική… Θέλω ένα κομμάτι που θα το ακούει ο άλλος και θα του δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα: τρόμο, δέος, φόβο, θλίψη. Συνήθως τη σκοτεινότερη πλευρά... Ήμασταν από τις λίγες μπάντες που είχαμε ασχοληθεί σοβαρά με αυτά τα θέματα.

— Και ήρθαν και κόλλησαν, όπως ανέφερες πιο πριν, και κάποια όργανα που δεν συνηθίζονταν στο metal, όπως σαξόφωνο, πλήκτρα, πιάνο, κρουστά…
Ειδικά τα κρουστά. Πιστεύαμε ότι ταίριαζαν σε αυτό που προσπαθούσαμε να βγάλουμε. Δεν μας ένοιαζε αν είναι heavy metal. Έχω ακούσει από κάτι «παραδοσιακούς ορθόδοξους μεταλάδες» διάφορα, αλλά τα βάζαμε γιατί μας άρεσε, δεν είχαμε παρωπίδες. Γιατί σαν νοοτροπία δεν ήμασταν rock ‘n’ roll, ενώ το metal είναι αρκετά rock ‘n’ roll. Δεν παίζαμε και ποτέ live. Rock ‘n’ roll ισούται με live. Εμάς μας ενδιέφερε να εκφράσουμε τη σκοτεινότερη πλευρά που είχαμε μέσα μας.

— Γιατί δεν παίξατε ποτέ live; Ίσως είχατε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.
Σίγουρα περισσότερη επιτυχία και περισσότερες πωλήσεις. 1000%. Το συζητάγαμε στον πρώτο και δεύτερο δίσκο, αλλά θέλαμε να κάνουμε ένα live πολύ grande, οπτικά. Όμως δεν υπήρχαν τα χρήματα για κάτι τέτοιο. Και δεν θέλαμε απλά να βγούμε και να παίξουμε. Και καθυστερώντας να δούμε τι θα κάνουμε, έφτασε τελικά μια εποχή που είπαμε ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε live, δεν μας αρέσει, δεν μας αντιπροσωπεύει. Θέλαμε να παρουσιάσουμε ένα οπτικοακουστικό θέαμα, όπως τώρα κάνουν πολλές μπάντες. Όπως αυτό που έκαναν οι Venom τότε, σε πιο ακραίο. Ξέρεις πόσο ακριβό ήταν τότε αλλά και τώρα;

— Με τις άλλες μπάντες της εποχής πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας;
Τους Rotting Christ τους είδα πρώτη φορά σε ένα live σε μια κατάληψη. Πριν μπω στο συγκρότημα εγώ και βγάλουμε το EP («Passage to Arcturo», 1991). Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Θέμη που όταν έπαιζε την κάσα, επειδή δεν του είχαν βάλει μπροστά κάποιο στοπ, έφευγε. Και κάθε φορά που τελείωνε το τραγούδι, την τράβαγε πίσω. Σε μία κατάληψη στις Στήλες του Ολυμπίου Διός, νομίζω την πρώτη Βίλα Αμαλίας.

Μετά είχαμε αρχίσει να έχουμε επαφές, τότε στη σκηνή τους συναντούσες όλους face to face, συναντιόμασταν στο Rock City, στο Δισκάδικο της Αθηνάς καμιά φορά, περνάγαμε μία από το Happening. Γυρνάγαμε όλα τα δισκάδικα του κέντρου και καταλήγαμε έξω από το Rock City όπου υπήρχε όλη αυτή η ανταλλαγή απόψεων, μουσικών και μη, fanzines, demos… Κάπου εκεί έκατσε και με τους Rotting Christ, παρόλο που έπαιζα μπάσο, έπαιζα και λίγο πλήκτρα και με ρώτησαν «δεν έρχεσαι να παίξεις πλήκτρα;». Ήθελαν να γίνουν λίγο πιο ατμοσφαιρικοί. Τους είπα «ναι» και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Έκανα και κάποια φωνητικά, τα πιο τελετουργικά, μετά και πιο «κανονικά». Οι δρόμοι μας χώρισαν για δύο λόγους: ο πρώτος, ότι δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω στα live. Είχα παίξει κάποια live με τους Rotting Christ, εδώ και στο Ισραήλ, πλήκτρα και backing vocals. Αλλά όταν άρχισαν να γίνονται πιο επαγγελματίες, να κάνουν περιοδείες, δεν μπορούσα να ακολουθήσω. Το πρόγραμμά μου στην Ελλάδα δεν με άφηνε να τους ακολουθήσω. Συν ότι άλλαξαν και λίγο ύφος μουσικά, μετά το άλμπουμ «Non Serviam» έγιναν πολύ μελωδικοί για τα δικά μου γούστα.

THE MAGUS: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας Facebook Twitter
Θέλω ένα κομμάτι που θα το ακούει ο άλλος και θα του δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα: τρόμο, δέος, φόβο, θλίψη. Συνήθως τη σκοτεινότερη πλευρά... Φωτ.: Freddie F./LIFO

— Πάντως, κρατήσατε τον ήχο σας αναλλοίωτο. Δεν ακολουθήσατε τάσεις-«μόδες» της εποχής.
Ίδιο σαν άποψη, σαν νοοτροπία. Αλλάξαμε, εξελιχθήκαμε, είχαμε καλύτερο ήχο. Παίζαμε αυτά που θέλαμε εμείς. Και θα σου πω ένα ανέκδοτο, τώρα που λες «μόδα». Όταν δούλευα σαν ηχολήπτης στο Storm Studio (σ.σ. το θρυλικό μικροσκοπικό στούντιο των Rotting Christ, που λειτούργησε για λίγα χρόνια, στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε έναν όροφο στην οδό Σολωμού στα Εξάρχεια – παλαιότερα ανήκε στη δισκογραφική Μολών Λαβέ), μία μπάντα με είχε ρωτήσει «τι πρέπει να παίξουμε για να πουλήσουμε;». Έτσι, απλά. Τους απαντάω «κάνοντάς μου αυτή την ερώτηση, δεν θα πουλήσεις ποτέ σου. Καμία μπάντα, από αυτές τις μεγάλες του metal, δεν έκανε ποτέ αυτή την ερώτηση στον εαυτό της. Αν σου πω πώς να παίξεις, επειδή έτσι παίζουν κάποιοι άλλοι, δεν θα πουλήσεις, θα είσαι μια κόπια τους». Για εμένα, η μουσική είναι κάτι που πρέπει να δημιουργείς, όχι να αντιγράφεις. Θα αντιγράψεις και λίγο; Ναι, πλέον δεν υπάρχει παρθενογένεση στη μουσική και ειδικά στο metal. Αν, όμως, δεν  βάλεις στοιχεία που βγαίνουν από μέσα σου για να φτιάξεις κάτι, θα είσαι άλλη μια κόπια κάποιων άλλων.

— Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπήρξε τελικά ο λεγόμενος ελληνικός black metal ήχος;
Κατά μία έννοια, τον ελληνικό black metal ήχο τον φτιάξαμε οι τρεις μπάντες: Rotting Christ, Varathron, Necromantia. Και κάποιες μπάντες που βγήκαν λίγα χρόνια μετά από εμάς. Μαζί με εμάς ή ένα-δύο χρόνια αργότερα, σε μικρό χρονικό διάστημα, άρχισαν να βγαίνουν και death metal μπάντες, Horrified, Septicemia, Septicflesh, Nightfall… Για τον black metal ήχο της Ελλάδας νομίζω ευθυνόμαστε κατά κύριο λόγο εμείς οι τρεις και κατά δεύτερο λόγο το Storm Studio. Γράφανε πολλοί, πολλές μπάντες ήθελαν ήχο σαν τους Rotting Christ ή τους Thou Art Lord ή ήθελαν κάτι άλλο. Συν ότι οι ελληνικές μπάντες, σε σχέση με τις αντίστοιχες σκανδιναβικές, είχαν πιο έντονη τη μελωδία και την ατμόσφαιρα, και παλεύανε να φτιάξουν τον δικό τους ήχο. Από τη Σκανδιναβία σε μια φάση έβγαιναν όλα καρμπόν. Mayhem, Darkthrone, Burzum, Emperor, Immortal, Enslaved ήταν οι πρωτομάστορες, αλλά μετά από αυτούς η επανάληψη. Ακόμα και οι Marduk και αργότερα οι Dark Funeral. Αυτό δεν είναι κακό, δίνεις μια ταυτότητα στη σκηνή σου. Κάπως έτσι λένε «ο σκανδιναβικός ήχος» ή «ο ελληνικός ήχος». Γι’ αυτό λέω ότι οι νεότερες μπάντες πήραν κάτι από τα δικά μας μονοπάτια. Έτσι φτιάχτηκαν οι σκηνές. Δεν λες ο πορτογαλικός ήχος ή o ισπανικός. Ουσιαστικά, υπάρχει ο σκανδιναβικός και ο ελληνικός ήχος στο black metal. Μπάντες υπήρχαν παντού. Λες για αμερικάνικο death metal, αλλά δεν λες για αμερικάνικο black metal. Θεωρώ ότι η ελληνική σκηνή στιγμάτισε αυτό το είδος παγκοσμίως.

— Πώς θυμάσαι και πώς σας επηρέασε η υπόθεση των σατανιστών της Παλλήνης που ήρθε στην επιφάνεια στα τέλη του 1993; Λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει το ντεμπούτο άλμπουμ σας «Crossing the Fiery Path», όπως και άλλα κλασικά άλμπουμ της ελληνικής σκηνής.
Πώς δεν θυμάμαι. Καταρχάς, ο Κατσούλας με είχε πλησιάσει και είχαμε συναντηθεί κοντά στο δισκάδικο Rock City, σε ένα καφέ. Άρχισε να μου λέει διάφορα πράγματα περί δυνάμεων και τέτοια. Ήταν επιβλητική φιγούρα. Κάποιον μικρότερο μπορούσε άνετα να τον χειραγωγήσει. Άνετα. Του είχα δανείσει και κάτι βιβλία περί του θέματος και δεν μου τα επέστρεψε ποτέ. Κάποια στιγμή, πριν φυσικά συμβούν όλα αυτά τα γεγονότα, τον πετυχαίνω στο Happening και του λέω «μεγάλε, τα βιβλία μου;». «Ναι, θα στα φέρω» μου απαντάει. Με είχε πλησιάσει και μου είχε πει κάποια παρανοϊκά πράγματα. Δεν φανταζόμουν ότι θα οδηγηθεί εκεί το θέμα. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε σε τέτοιες ακρότητες, σε φόνους.

Όταν έσκασε η είδηση και το είδα στην τηλεόραση, είπα στους δικούς μου «να ξέρετε ότι θα μας χτυπήσουν την πόρτα γιατί έχουμε συναντηθεί, έχει το τηλέφωνό μου». Κάτι που έγινε. Γενικά, η ελληνική black metal σκηνή πέρασε μια πολύ δύσκολη εποχή τότε, αλλά ευτυχώς δεν είχαμε τα συμπτώματα της νορβηγικής (σ.σ. με τον φόνο του Euronymous των Mayhem από τον διαβόητο Varg Vikernes των Burzum, επίσης το 1993, ανάμεσα σε άλλα γεγονότα), γιατί δεν ήταν κάποιο μέλος μπάντας αναμεμειγμένο σε κάτι. Δεν είχαμε κάποιο θέμα, αλλά μας ταλαιπώρησε η αστυνομία, ίσως και με το δίκιο της, έψαχνε να βρει κάποια άκρη. Με είχαν ελέγξει κάποιες φορές, δεν βρήκαν κάτι, όπως και σε κανένα άλλο μέλος μικρής ή μεγάλης ελληνικής μπάντας, γιατί δεν υπήρξε ποτέ κάτι να βρεθεί. Στην Ελλάδα οι μπάντες δεν είχαν παραβατικές συμπεριφορές. Κανένας μας. Μας ενδιέφερε πάνω από όλα η μουσική μας. Μας έγινε η ζωή λίγο δύσκολη, έβγαινες στον δρόμο με black metal μπλούζα και σε κοίταζαν περίεργα. Μετά από λίγο, ήρθε το techno, το ecstasy και τα λοιπά ναρκωτικά και έτσι τα media βρήκαν νέο θέμα να ασχοληθούν. Ξεχάστηκε το black metal…

THE MAGUS: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας Facebook Twitter
Ουσιαστικά, υπάρχει ο σκανδιναβικός και ο ελληνικός ήχος στο black metal. Μπάντες υπήρχαν παντού. Λες για αμερικάνικο death metal αλλά δεν λες για αμερικάνικο black metal. Θεωρώ ότι ελληνική σκηνή στιγμάτισε αυτό το είδος παγκοσμίως. Φωτ.: Freddie F./LIFO

— Πιστεύεις ότι οι Necromantia έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην παγκόσμια black metal σκηνή;
Επειδή δεν κάναμε live, δεν βιώναμε και την αντίδραση του κόσμου. Προσφάτως, πήγα στα Τρίκαλα για το release party του νέου άλμπουμ, μιας και η εταιρεία που το έβγαλε, η Hell’s Fire, έχει εκεί την έδρα της. Και είδα κόσμο στην ηλικία μου, στα 50 τους, μαζί με νέους, που μου έλεγαν πόσο τους έχει επηρεάσει η μουσική που κάναμε. Εκεί το κατάλαβα. Αφήνουμε έξω τις μπάντες, με τη βιογραφία μας να κυκλοφορεί μέχρι το τέλος της χρονιάς, εκεί μιλάνε για εμάς πολλές από αυτές. Αλλά εκεί βρέθηκα με fans για τους οποίους το impact της μουσικής μας ήταν πολύ πιο δυνατό από όσο εγώ νόμιζα. «Το άκουσα τότε και έπαθα σοκ, τρόμαξα μέσα στο σπίτι, φοβερή ατμόσφαιρα, το πιο τρομακτικό demo που έχω ακούσει», άκουσα διάφορα τέτοια. Εγώ δεν είχα αυτό το feedback, δεν το έπαιρνα. Θεωρώ ότι μουσικά προσθέσαμε ένα λιθαράκι στο black metal γιατί είχαμε πολλά innovations, πήγαμε πολλά πράγματα πιο μπροστά. Ήμασταν πάνω στη γέννηση-εξέλιξη της σκηνής.

— Κάτι άλλο, πέραν της μουσικής, πώς ασχολήθηκες με την ιστορική ξιφασκία;
Πάντα είχα μία ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες, είτε ολυμπιακή ξιφασκία είτε νιν ζούτσου και ζίου ζίτσου. Γύρω στα 24 μου άρχισα να ασχολούμαι, όχι μικρός. Μου άρεσαν πολύ τα ξίφη και ο συμβολισμός του ξίφους, τα ξίφη ανά τους αιώνες και από όλο τον κόσμο. Όταν ανακάλυψα την ιστορική ξιφασκία, λέω «εδώ είμαστε».

— Τι χαρακτηρίζει την ιστορική ξιφασκία;
Πρώτον, στο πρακτικό κομμάτι, οι προπονήσεις και οι αγώνες γίνονται με σπαθιά που έχουν το βάρος και την ανατομία των αληθινών της εποχής. Εμείς, στην ιστορική ξιφασκία, ξεκινάμε από το 1300 μέχρι το 1900 που άρχισε να εξελίσσεται μόνο σε άθλημα και όχι για άλλο σκοπό. Ειδικά φτιαγμένα σπαθιά, βέβαια, για να μην τραυματίζεσαι, αλλά οπτικά είναι ίδια με αυτά που βλέπεις στα μουσεία. Απλά λυγίζουν λίγο παραπάνω, δεν κόβουν και δεν τρυπάνε.

Δεύτερον, είναι η μελέτη. Αυτό με το οποίο ασχολούμαστε στην ιστορική ξιφασκία προέρχεται απευθείας από τα γραπτά των masters της εποχής, από τα βιβλία που είχαν γράψει. Για παράδειγμα, όταν μελετάω τη χρήση όπλων στην Ιβηρική Χερσόνησο, διαβάζω κείμενα του 16ου-17ου αιώνα. Έχω μάθει και την ισπανική γλώσσα για να μπορώ να καταλάβω τα αυθεντικά κείμενα. Από ένα εγχειρίδιο ξιφασκίας δεν παίρνεις πράγματα μόνο για το πρακτικό κομμάτι, αλλά και για την εποχή που γράφτηκαν και το πώς αντιλαμβάνονταν τα πράγματα τότε. Για παράδειγμα, τον 17ο αιώνα απαγορευόταν να φέρεις μαχαίρι γιατί το θεωρούσαν κρυφό όπλο, όπως και τώρα. Θα έπρεπε να φαίνεται και να έχεις και σπαθί. Μόνο με μαχαίρι σε θεωρούσαν ύποπτο.

Επειδή είχα κάνει αθλητική ξιφασκία, άρχισα να πηγαίνω προς τα πίσω και να την ψάχνω. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι είναι τα σπαθιά; Αυτά που είναι τώρα σαν κεραίες, πατάω και ανάβει και ένα φωτάκι; Δεν ήταν έτσι τα πράγματα.

Άρα, η ιστορική ξιφασκία εμπεριέχει τρία πράγματα, είναι άθλημα, είναι πολεμική τέχνη και ιστορική μελέτη – πολιτιστική σύνδεση με το παρελθόν.

THE MAGUS: Ο τελευταίος μάγος της Αθήνας Facebook Twitter
Εμείς, στην ιστορική ξιφασκία, ξεκινάμε από το 1300 μέχρι το 1900 που άρχισε να εξελίσσεται μόνο σε άθλημα και όχι για άλλο σκοπό.

— Μουσικά, με τι άλλο ασχολείσαι αυτό το διάστημα; Με τη νέα μπάντα Yoth Iria αλλά είναι πάντα ενεργοί και οι Thou Art Lord;
Οι Thou Art Lord είναι μία μπάντα σαν τα φίδια. Πέφτει σε νάρκη και κάποια στιγμή όταν μας τη δώσει, ξυπνάμε και βγάζουμε κάτι. Είναι μία μπάντα με την οποία βγάζουμε το old school vibe μας. Δεν είναι μία μπάντα που θα πάει μπροστά τη μουσική. Απλά πάμε και παίζουμε. Θυμίζει Destruction αυτό το ριφάκι; Δεν μας ενδιαφέρει. Και δεν το είπα τυχαία αυτό, γιατί ένα κομμάτι όντως θυμίζει τους Destruction. Έλεγα με τον Σάκη ότι το θυμίζει, τι μας νοιάζει όμως, γουστάρουμε εμείς; Τελείωσε. Δεν ήταν μία μπάντα που ήθελε καριέρα (σ.σ. οι Thou Art Lord δημιουργήθηκαν το 1993 από τον Magus, τον Σάκη Τόλη των Rotting Christ και άλλα μέλη της ελληνικής σκηνής). Όποτε θέλουμε συναντιόμαστε, παίζουμε και τέλος.

Η Yoth Iria προέκυψε μέσα στον κορωνοϊό. Τουλάχιστον όσον αφορά εμένα. Το είχε πει και ο Jim Mutilator (σ.σ. ένας από τους ιδρυτές των Rotting Christ, με το δικό του στίγμα στη σκηνή), με πήρε τηλέφωνο κάποια στιγμή, είχαμε χρόνια να μιλήσουμε. Δεν είχε συμβεί κάτι, απλά είχαμε χαθεί. Μου είπε ότι έχει μια μπάντα και με ρώτησε αν θέλω να κάνω φωνητικά. «Να τραγουδάω κανονικά όχι, να κάνω κανένα guest, ναι, επειδή είσαι φίλος. Δεν έχω και χρόνο. Δώσε μου να ακούσω» του απάντησα. Μου στέλνει το EP και τον παίρνω ξανά, «τα κομμάτια είναι πολύ καλά, μου αρέσουν, οπότε μπαίνω κανονικά στην μπάντα». Έτσι έγινε και το άλμπουμ των Yoth Iria και μέσα στον κορωνοϊό είχαμε όλο τον χρόνο να ηχογραφήσουμε, να συνθέσουμε, να κάνουμε την μπάντα και να βγει αυτό το πρώτο μας άλμπουμ («As the Flame Withers», 2021). Και πλέον παίζουν live κανονικά. Εγώ δεν παίζω στα live, αλλά έχουν στήσει line up για συναυλίες και θα πάνε καλά.

Τέλος, του χρόνου κυκλοφορεί, όπως προανέφερα, η βιογραφία μας από την Pagan records, γραμμένη από τον Aris Shock. Θα εμπεριέχει και ένα επτάιντσο EP με μία ηχογράφηση του κομματιού «The Feast of Ghouls» του 1991 που δεν έχει βγει ποτέ. Μία ηχογράφηση που είχαμε κάνει για την Penguin records, δεν ήταν metal εταιρεία, απλά ο παραγωγός της έγραφε στο ίδιο στούντιο με εμάς. Μας άκουσε όταν ηχογραφούσαμε το split (σ.σ. Necromantia / Varathron – The Black Arts / The Everlasting Sins, 1992). Μου λέει, «θέλω να πληρώσω και να γράψετε ένα κομμάτι για εμένα», για να υπογράψουμε μαζί τους αργότερα. Το ηχογραφήσαμε, βγήκε και καλύτερο από ό,τι στο split, γιατί είχαμε χρόνο στο στούντιο. Δυστυχώς, ο άνθρωπος αυτός πέθανε και λίγο αργότερα ήρθε η προσφορά από τη γαλλική Osmose Productions. Δεν μπορούσαμε να περιμένουμε άλλο την Penguin. Αυτό το κομμάτι το είχε πληρώσει αυτός, τα master τα είχε η Penguin. Αυτό που θα βγει στο επτάρι είναι remaster από κασέτα. Μου το βρήκε κάποιος οπαδός τυχαία, το είχα χάσει εγώ.

Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί και ένα box set με όλη μας τη δισκογραφία σε 9 βινύλια, remastered, με νέα εξώφυλλα που αντιπροσωπεύουν μια εποχή της μπάντας, με μια δαιμονική οντότητα σε κάθε εξώφυλλο. Κάτι που το δουλέψαμε πολύ με αυτόν που τα σχεδίασε και ασχολείται με τον εσωτερισμό, έναν Ουκρανό καλλιτέχνης. Κάθε δαιμονική οντότητα των εξωφύλλων έχει επιλεγεί για συγκεκριμένους λόγους και αντιπροσωπεύει αξίες που ταιριάζουν με το κάθε άλμπουμ. Το είχα στο μυαλό μου να γίνει, αλλά επειδή είναι μεγάλο project, δεν το πρότεινα σε κανέναν γιατί έχει μεγάλο κόστος. H Circle Music ήθελε να το χρηματοδοτήσει και να το κυκλοφορήσει.

Μουσική συνεχίζω να γράφω. Μόλις βρω τους συνεργάτες που θέλω να έχω και τι ακριβώς θέλω να γίνει, θα κάνω κάτι άλλο, που δεν θα είναι Necromantia, ένα νέο όχημα. Για έναν δίσκο; Για δύο; Κανείς δεν ξέρει…

— Τι είναι για εσένα το black metal;
Αυτό που κυλάει στις φλέβες μου.

Feast of Ghouls

Ευχαριστούμε το Skullbar (Λάμπρου Κατσώνη 13, Αθήνα) για τη φιλοξενία της φωτογράφισης.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρίστος Γαλιλαίας: ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης μιλάει στην LIFO

Μουσική / Χρίστος Γαλιλαίας: «Το Μέγαρο είναι μια ευκαιρία για να προσφέρω στον τόπο»

Με αφορμή το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης μιλάει στη LiFO για την πόλη του, για την απουσία μουσικής παιδείας και για το προσωπικό του όραμα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ