Έλση Σαράτση της «Λέσχης του Δίσκου»: Η γυναίκα που άλλαξε τον τρόπο που ακούμε κλασική μουσική

Έλση Σαράτση Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

Εντάξει, η μουσική ήταν ένα πάθος. Τι είναι τα πάθη, δεν ξέρουμε. Εγώ, ας πούμε, δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτά. Ούτε πιστεύω ότι ξέρουν οι άλλοι. Κι έτσι, δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί προσηλώθηκα τόσο πολύ σε αυτό το είδος που λέμε κλασική μουσική. Νομίζω πως, αν μπορούσα να δώσω μια απάντηση, θα ήταν σαν να απαντούσα στο ερώτημα αν υπάρχει Θεός ή σε οτιδήποτε άλλο αναπάντητο.

• Η μουσική είναι κάτι που ήρθε και με βρήκε. Πώς λέει ο Τίτος Πατρίκιος ότι σε βρίσκει η ποίηση; Έτσι. Πολλές φορές, όταν έχεις να επιλύσεις τέτοια ζητήματα, πρέπει να ανατρέξεις στους ποιητές περισσότερο απ’ ό,τι στους ιστορικούς. Ή, τέλος πάντων, ας το ακούσουν αυτό οι ιστορικοί, για να σέβονται λίγο περισσότερο τους ποιητές. Βέβαια, η Λέσχη του Δίσκου δεν ήταν μόνο η μουσική. Ποτέ δεν ήταν μόνο αυτό.

• Χωρίς τους ανθρώπους δεν γίνεται τίποτα, αλλά χρειάζονται οι θεσμοί για να υπάρχει διάρκεια σε όσα κάνουν οι άνθρωποι. Χωρίς εμένα, λοιπόν, και χωρίς τους συνεργάτες μου, που βασικά ήταν δύο, ο Λάζαρος Γεωργιάδης και, μετά τον πρόωρο θάνατό του, ο Σταύρος Μουστάνης, δεν θα υπήρχε η Λέσχη. Αλλά χωρίς τη Λέσχη δεν θα υπήρχαν πολλά άλλα πράγματα, π.χ. η διάρκεια των όσων συνέβησαν και αφορούσαν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Γιατί η Λέσχη ήταν ένα είδος θεσμού. Ξεκίνησε από περίεργα ιδιωτικά πάθη και έγινε ένας θεσμός κοινωνικός.

«Εντάξει, η μουσική ήταν ένα πάθος. Τι είναι τα πάθη, δεν ξέρουμε. Εγώ, ας πούμε, δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτά. Ούτε πιστεύω ότι ξέρουν οι άλλοι. Κι έτσι, δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί προσηλώθηκα τόσο πολύ σε αυτό το είδος που λέμε κλασική μουσική. Νομίζω πως, αν μπορούσα να δώσω μια απάντηση, θα ήταν σαν να απαντούσα στο ερώτημα αν υπάρχει Θεός ή σε οτιδήποτε άλλο αναπάντητο».

• Ήταν, λοιπόν, μουσικό κατάστημα, βιβλιοπωλείο, τυπογραφικό εργαστήριο και εκδοτικός οίκος. Πάντα στην ίδια διεύθυνση, Ακαδημίας 57. Απλώς, στην αρχή ήταν ο γνωστός χώρος των είκοσι τετραγωνικών και μετά από τρομερούς αγώνες κατάφερα να επεκταθώ, νοικιάζοντας ένα διπλανό κατάστημα και ρίχνοντας τη μεταξύ τους μεσοτοιχία. Ποτέ δεν ήμασταν μεγάλο μαγαζί.

• Κάποτε, σε ένα έντυπο που διάβαζαν πολλοί, παρουσιάστηκα ως «αντιστάρ». Μαζί με όλα τα αντί που έχω, αυτό αποτέλεσε ένα θλιβερό δημόσιο λουτρό για μένα. Και τώρα, που τα λέω αυτά, ξέρετε πόσες επιφυλάξεις έχω; Αλλά ο βασικός λόγος που το κάνω είναι αυτό που είπα και στην αρχή: για μένα δεν έχουν σημασία οι άνθρωποι αλλά οι θεσμοί. Και γι’ αυτό θέλω να ακουστεί, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, μια κουβέντα για τη Λέσχη. Είμαι ευχαριστημένη που το αρχείο της πηγαίνει στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, γιατί μπορεί να πέσει επάνω του κάποιος, κάποτε, που ίσως θα φορά γυαλάκια και ίσως ψάχνει να στοιχειοθετήσει την ιστορία της μουσικής στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.

Έλση Σαράτση Facebook Twitter
Μουσικά, η Λέσχη μπορεί να ισχυριστεί ότι υπηρέτησε, ή ότι διαμόρφωσε, ή ότι επηρέασε την κατεύθυνση και τα ενδιαφέροντα τριών γενεών ακροατών και ότι εκλαΐκευσε με καλαισθησία τον μουσικό πολιτισμό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Είμαι, ξέρετε, «ναμποκόφιαν» μέχρι το κόκαλο. Αναφέρομαι στο ότι ο Ναμπόκοφ δεν έδινε πότε συνεντεύξεις προφορικές. Αρνούνταν. Ζητούσε πάντα γραπτά τα ερωτήματα. Μετά μπορεί να συναντούσε τους δημοσιογράφους και τότε τους διάβαζε τις απαντήσεις που είχε ετοιμάσει γραπτώς. Και τον καταλαβαίνω. Δεν είμαι γραφιάς της εμβέλειας του Ναμπόκοφ προφανώς, αλλά έχω αυτήν τη σχέση με τον γραπτό λόγο. Πιστεύω δηλαδή ότι είναι καλύτερα να επικοινωνεί κάνεις γραπτά. Και είναι αλήθεια ότι ο Ναμπόκοφ ανήκε στους ανθρώπους που φιλοδοξούσαν να έχουν τον πλήρη έλεγχο της πραγματικότητας μέσα από τον γραπτό λόγο. Αλλά και τι άλλο θα μπορούσε να φιλοδοξεί κάποιος εκτός απ’ αυτό;

Εγώ, ωστόσο, το μόνο που φιλοδοξώ είναι να αποκτήσω μια καλή σχέση με τις λέξεις. Μετά από αυτή την ανακοίνωση, επιτρέψτε μου να σας διαβάσω κάτι που έχω γράψει για τη Λέσχη: «Ο προσανατολισμός του μουσικού καταστήματος ευθύς εξαρχής και σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, επί 45 χρόνια, από τον Μάρτιο του 1966 μέχρι το 2011, υπήρξε σταθερά η διάδοση όλου του φάσματος της μουσικής δημιουργίας, που περιλαμβάνει τον κλασικό κανόνα της ευρωπαϊκής μουσικής, την παλαιότερη ευρωπαϊκή μουσική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, τη μουσική του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα, που διατηρεί κληρονομική σχέση με το ιστορικό μουσικό παρελθόν, την τζαζ και την εθνομουσικολογία. Μουσικά, η Λέσχη μπορεί να ισχυριστεί ότι υπηρέτησε, ή ότι διαμόρφωσε, ή ότι επηρέασε την κατεύθυνση και τα ενδιαφέροντα τριών γενεών ακροατών και ότι εκλαΐκευσε με καλαισθησία τον μουσικό πολιτισμό. Με το κλείσιμο της Λέσχης το 2011, που συνέπεσε με το κλείσιμο κι άλλων αθηναϊκών ιστορικών για το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα αναγνωριστικών σημείων –βλέπε βιβλιοπωλεία της Εστίας, Ελευθερουδάκη κ.ά.‒ υπήρξε διακοπή της συνέχειας, τραύμα, κενό μνήμης. Έσβησαν τα φώτα πορείας. Με τον τρόπο που το μονοπάτι δίνει νόημα στο βουνό, η Λέσχη έδινε κι αυτή νόημα στο αστικό περιβάλλον. Η εναπομείνασα δυάδα (εδώ κάνω λίγη αισθηματολογία, αλλά, μεταξύ μας, δεν πειράζει) των βασικών συντελεστών, εξ ων ένα ιδρυτικό μέλος (εγώ, δηλαδή) και ο άλλος, ο Σταύρος Μουστάνης, σταθερός συνεργάτης στο μεγαλύτερο μέρος της μακρινής διαδρομής, ξυλάρμενοι στην τρίδιπλη νύχτα και την ατρύγητη θάλασσα».

712
To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Κλείσαμε λόγω κρίσης και πολύ άσχημα. Ήταν η συγκυρία τέτοια. Ο βασικός λόγος ήταν ότι η αγορά αυτού του είδους εδώ στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ μικρή ούτως ή άλλως και χωρίς ντόπια παραγωγή. Και βέβαια, σημαντικό ήταν και το γενικό θέμα της οικονομικής κρίσης που στέρησε από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξοδέψουν χρήματα για ένα τόσο πολυτελές είδος όπως είναι η κλασική μουσική. Αυτό ήταν βασικός παράγοντας για τις εξελίξεις.

Στη συνέχεια με συναντούσαν τυχαία άνθρωποι στον δρόμο και σε δυο-τρεις περιπτώσεις έκλαιγαν. Δηλαδή, η Λέσχη προκαλούσε έντονα συναισθήματα. Ή μίσος ή έρωτα. Δεν έκανα ποτέ τη στατιστική για να μάθω εάν εκδηλώνονταν σε ίσες ποσότητες. Μπορεί σ’ εμένα να έφτασαν μόνο τα πιο έντονα αισθήματα. Αλλά οπωσδήποτε, όταν κάποιος έχει δημόσιο προφίλ, είναι εκτεθειμένος και στο μίσος και στον έρωτα. Οπότε, πρέπει να τα αντέχει και τα δύο. Και το ένα είναι χειρότερο από το άλλο.

• Γεννήθηκα το 1946 και η ιστορία της Λέσχης ξεκίνησε όταν ήμουν είκοσι χρονών. Είναι πολύ μπερδεμένο για να το εξηγήσω, αλλά ας πω ότι γεννήθηκα στη Θεσσαλία, στον Βόλο, και έζησα μέχρι και τα 17 μου χρόνια στην Καρδίτσα, μια πόλη μικρή, που ίσως τη δεκαετία του ’50 να είχε περίπου είκοσι χιλιάδες κατοίκους ή ούτε καν τόσους. Μεγάλωσα, λοιπόν, σε μια πόλη και σε ένα περιβάλλον που δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη μουσική. Και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν άμουση εντελώς.

• Ο πατέρας μου, βέβαια, ήταν γιατρός και η μητέρα μου δασκάλα. Προέρχομαι, δηλαδή, από το επιστημονικό προλεταριάτο. Ήταν δύο άνθρωποι εγγράμματοι, εντονότατα πολιτικοποιημένοι, αριστεροί φυσικά, με ταλαιπωρίες λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων και κάπως, με έναν τρόπο περίεργο, η μητέρα μου, η οποία ήταν μια καλή δασκάλα και παιδαγωγός, σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να αποκτήσω μια σχέση με τη μουσική. Θεωρούσε, δηλαδή, τη μουσική, αντίθετα από το ελληνικό κράτος, μέρος της εγκύκλιας Παιδείας. Το ελληνικό κράτος αυτό το εξέφραζε στο σχολείο με την ώρα της ωδικής που ήταν για γέλια φυσικά ‒ τις περισσότερες φορές τουλάχιστον, ειδικά στην επαρχία, ήταν για γέλια.

Άρχισα λοιπόν να μαθαίνω πιάνο. Όμως, δεν ήρθα από εκεί στη μουσική. Στη μουσική ήρθα από την τεχνολογία: κάποτε η θεσσαλική πεδιάδα είχε πρόβλημα νερού και τότε, για να ποτίζεται, έγιναν τα περίφημα έργα του φράγματος του ποταμού Μέγδοβα και της Λίμνης Πλαστήρα, την οποία τώρα τη γνωρίζουμε ως τόπο χειμερινών διακοπών, αλλά στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε από την καταβύθιση του οροπεδίου της Νεβρόπολης, που έγινε ξαφνικά λίμνη. Ένα παράλογο πράγμα για μένα, δεδομένου ότι είχα γνωρίσει την περιοχή με λουλούδια και ξαφνικά την είδα καταποντισμένη.

Εν πάση περιπτώσει, η εταιρεία που ανέλαβε να φέρει εις πέρας εκείνο το όραμα του Πλαστήρα, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή, ήταν γαλλική. Οπότε ήρθαν Γάλλοι μηχανικοί στην Καρδίτσα με τις οικογένειές τους, γιατί τα έργα αυτά θα κρατούσαν καιρό. Κι έτσι είχα μια συμμαθήτρια στο σχολείο, η οποία ήταν γαλλάκι. Η πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν μέσω εκείνου του κοριτσιού.

Λέσχη του δίσκου Facebook Twitter
Ο κύριος των στοιχείων: ο τυπογράφος και εκδότης, ιδρυτής της Λέσχης του Δίσκου Λάζαρος Γεωργιάδης επί το έργον στο υπόγειο, με μοκέτα, τυπογραφείο της Λέσχης, στου Ζωγράφου, που ο Ζήσιμος Λορεντζάτος βάφτισε «τυπογραφείο του βουνού» λόγω γειτνίασης με τον Υμηττό. Φωτογράφος ο Αλέξανδρος Ίσαρης.

• Το σπίτι τους ήταν κοντά στο δικό μας. Ήταν ένα ωραίο σπίτι, μ’ εκείνον τον λαϊκό νεοκλασικισμό που συνηθιζόταν στη επαρχία. Είχε έναν υπέροχο κήπο με δυο-τρία οπωροφόρα. Το ένα ήταν δαμασκηνιά και έκανε τα περίφημα δαμάσκηνα ρεγκλότα, τα οποία δεν τα βρίσκεις τώρα. Η λέξη «ρεγκλότα» προέρχεται από την παραφθορά των γαλλικών λέξεων «Reine Claude» που σημαίνουν «Βασίλισσα Κλαυδία», λόγω αφιέρωσης της ποικιλίας σε εστεμμένη. Είναι ένα πολύ ωραίο είδος δαμάσκηνων που έχουν κίτρινο χρώμα και σάρκα κρουστή, ιδανικά γλυκιά, δηλαδή όχι πολύ γλυκιά. Επίσης, είναι χυμώδη. Δεν βρίσκεται πια αυτή η γεύση.

Επειδή, λοιπόν, εκείνα τα δαμάσκηνα βρίσκονταν εκεί, πήγαινα και έκοβα συνέχεια, μαζί με τη φίλη μου τη Γαλλίδα, με την οποία μιλούσαμε σε μια περίεργη γλώσσα, που δεν ξέρω ποια ήταν. Τυχαίνει λοιπόν και μπαίνουμε κάποια στιγμή στο σπίτι τους και μέσα από ένα δωμάτιο, που η πόρτα του ήταν μισάνοιχτη, ακούω, από ένα ηχητικό συγκρότημα όπως είδα μετά, μια καταπληκτική μουσική που δεν ήξερα τι ήταν ‒ τελικά, ήταν Σοπέν. Μια «Πολωνέζα». Η opus 53, η μεγάλη. Έπρεπε να την ξανακούσω εκείνη τη μουσική. Δεν μπορούσα πια να ζήσω χωρίς να την ξανακούσω. Και ήμουν πολύ μικρή.

• Αυτό ήταν το πρώτο που έπαθα με τη μουσική. Το δεύτερο που έπαθα ήταν πολύ αργότερα. Γυρνώντας ένα απόγευμα από το σχολείο στο περίεργο σπίτι όπου μέναμε, ένα τουρκομπαρόκ τρίπατο σχεδόν, με έναν υπέροχο κήπο τον οποίο φρόντιζε η μάνα μου, που αγαπούσε τα λουλούδια, και, κατεβαίνοντας στο κάτω επίπεδο, άκουσα από το Τρίτο Πρόγραμμα, που είχε ιδρυθεί τότε, αλλά μετά δυσκολίας έφτανε μέχρι την Καρδίτσα, με χιλιάδες παράσιτα και καθόλου συνεχές σήμα, το «Ιταλικό Κονσέρτο» του Μπαχ με τον τσεμπαλίστα Ραλφ Κιρκπάτρικ. Αυτό ήταν. Έσβησε όλη η υπόλοιπη μουσική! Πώς; Γιατί;

• Ποια είναι, άραγε, η λαϊκή μουσική; Αναρωτιέμαι γιατί, όταν λέμε λαϊκή μουσική, πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι «λαός» και περί αυτού νομίζω πως υπάρχει μεγάλη διχογνωμία. Καθότι μερικοί αρνούνται κιόλας ότι υπάρχει ορισμός και αυτό είναι θέμα βαθύ. Aς πούμε, όμως, ότι ισούται με τα μεγάλα ακροατήρια. Αυτό. Αλλά με τα μεγάλα ακροατήρια, σε χώρες όπως η Γερμανία για παράδειγμα, ισούται και η άλλη μουσική, αυτή που λέμε κλασική, που είναι βέβαια κι αυτός ένας όρος που έχει τα προβλήματά του.

Γενικά, οι περισσότεροι όροι που προσπαθούν να περιγράψουν το μουσικό φαινόμενο ιστορικά έχουν μεγάλο πρόβλημα, γιατί ξεκινούν με όρους συγχρονίας, δηλαδή με όρους της εποχής που ζει αυτός που επιχειρεί την περιγραφή. Αυτό έχει πάντα μια πολύ μεγάλη δυσκολία, γιατί στην ουσία, περιγράφοντας, δίνεις μια ιδεολογική ερμηνεία. Υπεισέρχεται, δηλαδή, η ιδεολογία η οποία, φυσικά, είναι αστικό προϊόν, δεν είναι προϊόν της αγροτικής κοινωνίας. Όταν λέμε, λοιπόν, λαϊκή μουσική υπάρχει η φολκλορική μουσική, η ποπ μουσική, τα επί μέρους είδη, το ροκ, το ρεμπέτικο, αυτό που στην Ελλάδα λέμε δημοτική μουσική. Είναι πολύ δύσκολοι αυτοί οι προσδιορισμοί.

• Η μουσική την εποχή εκείνη, σε επαρχιακές πόλεις σαν την Καρδίτσα, ήταν θέμα μουσικής εκτέλεσης. Δηλαδή πρακτικής, όπως λένε οι Γερμανοί. Αυτό σημαίνει ότι έπαιζες μουσική και για τον λόγο αυτό άκουγες μουσική. Η μουσική ήταν μέρος της ζωής σου, επειδή έπαιζες. Συμμετείχες ενεργά στην παραγωγή της, δεν είχαμε φτάσει ακόμα την εποχή εκείνη στη διάδοση των μηχανημάτων ήχου που έχουμε τώρα. Μόλις και μετά βίας είχαμε τα ραδιόφωνα, άντε να υπήρχε και κάποιο γραμμόφωνο και σιγά-σιγά μπαίναμε στην εποχή των πικάπ ‒ μιλάμε για μια μεταβατική περίοδο.

Βέβαια, στην αγροτική κοινωνία, ο κόσμος τραγουδάει στις κοινωνικές εκδηλώσεις του, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα συνοδεία μουσικών οργάνων. Αυτό δεν συνέβαινε στην αστική κοινωνία, διότι αυτή, την εποχή τη δική μου, είχε ραδιόφωνο και μπορούσες να ακούς, ας πούμε, ένα τανγκό ή Σώτο Παναγόπουλο. Δεν είμαι σαρκαστική αυτήν τη στιγμή, σας διαβεβαιώ. Ήταν μια πολύ αξιοπρεπής ψυχαγωγία. Πάντως, εμένα δεν με ένοιαζε να ακούσω οτιδήποτε άλλο εκτός από κλασική μουσική.

• Η μουσική για μένα ήταν ένα πεδίο ελευθερίας. Καταναγκαστικό πεδίο, αλλά πεδίο ελευθερίας ‒ ήταν ένας καταναγκασμός ελευθερίας. Εν πάση περιπτώσει, από κει ξεκίνησαν όλα και επειδή συνέβη να αρχίσω και πιάνο και τα πήγαινα πολύ καλά, κάποιες μουσικές σπουδές που διαγράφονταν στον ορίζοντα μπήκαν στην μπάντα, γιατί υπήρχε ασυμφωνία στην οικογένεια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ταυτόχρονα δεν πέθαινα και για το διάβασμα και τη λογοτεχνία, ήδη από παιδάκι. Είμαι μια πολύ μπερδεμένη σούπα, ξέρετε, και δεν μπορώ να φανταστώ τι θα βγάλετε απ’ όλα αυτά. Εκείνο που εγώ θέλω να τονίσω είναι ότι ως πρόσωπο δεν έχω κανένα ενδιαφέρον.

Έλση Σαράτση Facebook Twitter
Δεχθήκαμε, κατ’ εξακολούθηση, τον ψόγο ότι στη Λέσχη ήμασταν μια ελίτ. Αυτό, φυσικά, είναι αποτέλεσμα άγνοιας της ιστορίας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Η προσήλωσή μου, πάντως, στο πνευματικό προϊόν είναι απόλυτη. Βασικά, αυτό. Καθένας από μας έχει έναν τρόπο να υπάρχει στον κόσμο. Ο ένας είναι στραμμένος από δω, ο άλλος από κει. Εγώ έχω στραφεί σε αυτά τα πράγματα, γιατί δεν θα μπορούσα να στραφώ κάπου αλλού. Ξέρω ποια δύναμη ή ποια αδυναμία με έκανε να βρίσκομαι σε αυτά. Ξέρω όμως και ποιος είναι ο εχθρός... Όχι ο καπιταλισμός, αν και αυτός είναι, όσο να ’ναι. Ο βασικός εχθρός είναι ο χρόνος.

• Διέκοψα τις σπουδές μου στη Φιλοσοφική δύο χρόνια μετά την είσοδό μου στη σχολή. Κανονικά, θα έπρεπε να με ρωτούν πώς την άντεξα τόσο πολύ. Δεν ήταν δυνατό να συνεχίσω. Για μένα ήταν μια ύβρις η λειτουργία της Φιλοσοφικής το 1964 που μπήκα στο Πανεπιστήμιο. Δυστυχώς, ήμουν στην Αθήνα. Επειδή είχα μπει με καλή σειρά, είχα την ευκαιρία να διαλέξω σε ποια απ’ όλες τις σχολές θα ήθελα να γραφτώ. Και προτιμούσα στη Θεσσαλονίκη. Όμως, ο πατέρας μου, ως γιατρός έβρισκε ότι στη Θεσσαλονίκη, λόγω κλίματος, έχει πάντα πολλή υγρασία. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθω στην Αθήνα, όπου είχε ένα άλλο είδος «υγρασίας». Όταν τα παράτησα, όλοι έλεγαν ότι κάτι είχα πάθει και άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι παραφρόνησα κανονικά. Σε σύγκριση με τις προσδοκίες μου, αυτό που συναντούσα καθημερινά ήταν τόσο απογοητευτικό, που για μένα ισοδυναμούσε με κανονικό θάνατο. Είπα, λοιπόν, το όχι.

• Έχω μονίμως μια κριτική στάση απέναντι σε όλα. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος οφείλει να αντιμετωπίζει κριτικά τα πάντα. Δεν λαμβάνω τίποτα ως δεδομένο. Αυτό, βέβαια, πληρώνεται στη ζωή. Αλλά όλοι πληρώνουμε κάτι, έτσι δεν είναι; Τώρα, τι είναι αυτό που εγώ έχω πληρώσει πιο ακριβά απ’ όλα στη ζωή μου, δεν ξέρω να πω… Δεν αισθάνομαι, δηλαδή, ότι κουβαλώ κάτι τόσο βαρύ.

Ίσως μόνο το ότι έμεινα στην Ελλάδα είναι ένα θέμα. Κανονικά θα έπρεπε να είχα φύγει για να παρακολουθήσω αυτά που με ενδιέφεραν. Η Ελλάδα δεν ήταν ο ιδανικός τόπος και αν η Λέσχη ήταν σε έναν άλλο τόπο, θα υπήρχε σήμερα και θα εξακολουθούσε να λειτουργεί. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, αλλά η ανταπόκριση που είχε η Λέσχη εδώ και ως μικρός εκδοτικός οίκος που ήταν και ως μουσικό κατάστημα δεν έφτανε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε.

Όταν επρόκειτο να κλείσει λόγω της κρίσης, υπήρξαν δύο-τρεις περιπτώσεις πελατών μας οι οποίοι είχαν μια οικονομική επιφάνεια και έδειξαν να ενδιαφέρονται να μας σώσουν, για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Θα αναλάμβαναν, δηλαδή, έναν ρόλο ευεργέτη, όπως ήταν, ας πούμε, οι μεγάλοι Ηπειρώτες ευεργέτες-μαικήνες ή σπόνσορες. Όταν όμως η κρίση βάθυνε κι άλλο, έκαναν πίσω και κλείσαμε. Μάλιστα κλείσαμε βίαια και τραυματικά.

• Δεχθήκαμε, κατ’ εξακολούθηση, τον ψόγο ότι στη Λέσχη ήμασταν μια ελίτ. Αυτό, φυσικά, είναι αποτέλεσμα άγνοιας της ιστορίας. Γιατί η μουσική, αυτή που αποκαλούμε κλασική και συνδυάζεται με μια κοινωνική ελίτ, στην πραγματικότητα, όπως είπα και πριν, στις χώρες όπου γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε είναι λαϊκό είδος. Γιατί δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα.

Εν πάση περιπτώσει, όλο αυτό είναι μια τεράστια παρεξήγηση. Θέλω να πω ότι, αν πιάσουμε, για παράδειγμα, τον Σούμπερτ ή τον Μπραμς, βλέπουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί, μαζί με την ακαδημαϊκή σπουδή και την επιστήμη του να γράφεις κανονική μουσική, τράφηκαν από τις χυμώδεις ρίζες της λαϊκής μελωδίας της λαϊκής μουσικής. Αυτά είναι πράγματα που στην Ελλάδα δεν συνέβησαν με ομαλό τρόπο. Και νομίζω ότι ως απόρροια αυτού του πράγματος και μιας πολύ πρόχειρης ιδεολογικής ευκολίας εκτοξεύονται διάφοροι κόλαφοι και κυρίως το ότι δήθεν ήμασταν μια ελίτ και κινούμασταν σε ένα ορισμένο, δήθεν κοινό.

• Πραγματικά, δεν προσπαθώ να δικαιωθώ προσωπικά. Στ’ αλήθεια… Αδικαίωτη θα περάσω στον άλλο κόσμο. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως πραγματικά είναι ότι είχε όλη αυτή η ιστορία μια οντότητα. Γιατί ήταν μια παραγωγή έργου, παρά το ότι αυτό μπορεί να μην προκύψει ποτέ στην ιστορία.

Και θα σταθώ ξανά στο ότι το μεγαλύτερο μέρος του του μουσικού αρχείου της Λέσχης βρίσκεται ήδη στο ΕΛΙΑ - ΜΙΕΤ και θα ακολουθήσει και το υπόλοιπο. Αυτό είναι σημαντικό. Το κατάφερα με πάρα πολλή δυσκολία, βέβαια, γιατί ομολογώ ότι η μετακόμιση από το σπίτι όπου έμενα σε αυτό που βρίσκομαι τώρα με λύγισε. Όμως, συγκεντρώνοντας όλο εκείνο το υλικό κατάφερα τουλάχιστον να περισώσω ένα μεγάλο μέρος του μουσικό-εκδοτικού μας αρχείου, γιατί υπάρχουν επιστολές ανθρώπων που παίζουν κάποιο ρόλο στην ελληνική κοινωνία, και στον πνευματικό της χώρο, και όλα αυτά πάνε πια εκεί.

Λέσχη του δίσκου Facebook Twitter
Φωτογραφικό τυπογραφικό πανόραμα: το τυπογραφείο της Λέσχης σε χειμέρια νάρκη λίγο προτού πάψει να υπάρχει.

• Θέλω να πω και δυο λόγια για τον Λάζαρο Γεωργιάδη, που ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο ξεκινήσαμε τη Λέσχη. Ήταν ιδιοφυής, αλλά δυστυχώς πέθανε πολύ νέος – μόλις σαράντα έξι ετών, το 1984. Ζούσαμε μαζί από το 1971 και τα λοιπά, και τα λοιπά. Δεν ήμασταν παντρεμένοι. Ο ιδιοφυής τεχνίτης Λάζαρος δεν ήταν το είδος της μονότονης κλασικής καλλονής. Τον κοσμούσαν πολύτιμα ελαττώματα και ελλείψεις, χωρίς τα οποία ίσως και να μην είχε υπάρξει.

Ξεκίνησε πουλώντας στα παλιατζίδικα δίσκους και βιβλία. Είχε ταλέντο. Ζωγράφιζε από μικρός. Διέθετε μια ευαισθησία στο μάτι και στο χέρι, που ήταν εξαιρετικές. Και είχε μια δεξιοτεχνία στα χέρια. Ήταν σπουδαίος χειροτέχνης. Μπορούσε να κάνει τα πάντα με τα χέρια του. Όλα αυτά ήταν μέρος εκείνης της τρομερής ευστροφίας του. Είχε πάθος για το βιβλίο, πάθος για τη μουσική, πάθος για την τυπογραφία. Απ’ όλα αυτά μαζί προέκυψε η ιστορία της Λέσχης και από τη συνεργασία μ’ εμένα βέβαια και τη συνύπαρξη, γιατί κι εγώ είχα περίπου τα ίδια μυαλά. Αλλά δυστυχώς πέθανε πολύ γρήγορα.

• Ήμασταν ένας πολύ μικρός, χειρωνακτικός εκδοτικός οίκος, αλλά είχαμε τρία σπουδαία ονόματα στον κατάλογό μας, τρία Νόμπελ, τον Σεφέρη, τον Μπέκετ και τον Ελύτη, για τον οποίο είχαμε εκδώσει μια ομιλία που είχε κάνει για εκείνον ο Γ.Π. Σαββίδης στο Χάρβαρντ. Καμία από αυτές τις εκδόσεις δεν θα είχε φτάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό εάν δεν τις είχαμε εκδώσει εμείς ‒ και σας το λέω χωρίς δισταγμό αυτό. Αλλά και πέραν αυτών των τριών προσώπων, θέλαμε να κάνουμε μια εκδοτική σειρά του τύπου «books on music», δηλαδή βιβλίων που δεν είναι μουσικολογικά και επιτρέπουν στο ευρύ κοινό να τοποθετεί ιστορικά τα πρόσωπα του κόσμου της μουσικής που θαυμάζει και να ενημερώνεται για την προσωπική τους ιστορία.

Έτσι, το 1978 βγάλαμε το βιβλίο για τον Μάλερ, τότε που δεν τον γνώριζαν καλά-καλά ούτε στη Γαλλία. Θα έπρεπε να ήσουν τρελός για να ξεκινήσεις μια τέτοια εκδοτική σειρά από τον Μάλερ και όχι από τον Μπετόβεν ή τον Σούμπερτ. Όμως αισθανόμασταν ότι ο Μάλερ σφραγίζει τη μουσική του εικοστού αιώνα, άρα από εκείνον θα έπρεπε να ξεκινήσουμε. Αντιστοίχως, έχοντας εκδώσει το βιβλίο με τις μουσικές αναφορές του Σεφέρη, ο οποίος είχε ως θεό τον Ντεμπισί, για τον οποίο δεν υπήρχε βιβλιογραφία στα ελληνικά, βγάλαμε και τη βιογραφία του Ντεμπισί.

Υπήρχε μια οδυνηρή αθωότητα στον τρόπο με τον οποίο έρχονταν κάποιοι άνθρωποι στη Λέσχη και ζητούσαν το «Σεληνόφως» του Ντεμπισί, ένα πολύ ωραίο κομμάτι, με μεγάλη μουσική ιστορία χωνεμένη μέσα του, το οποίο ακούγεται πολύ εύκολα. Είναι σχεδόν salon music, αλλά έχει πολύ ψωμί στο βάθος. Και οι άνθρωποι που το ζητούσαν ήταν σαν να έψαχναν κάποιο ορφανό του οποίου αγνοούσαν τον πατέρα. Εκδώσαμε, επίσης, την «Κατάη» του Έζρα Πάουντ στη μετάφραση του Λορεντζάτου, με τον οποίο μας συνέδεε μεγάλη φιλία και εκτίμηση. Ήταν μια ποιητική αναδημιουργία, δεν επρόκειτο για μια απλή μετάφραση.

• Την περίοδο της χούντας ήμασταν αναγκασμένοι να υποβάλουμε στην Υπηρεσία Λογοκρισίας ακόμα και τον θεματικό κατάλογο των έργων του Μπαχ. Και υπάρχει πάντα η «Βασική Δισκοθήκη», το βιβλιαράκι που βγάζαμε, με τις σφραγίδες της λογοκρισίας και τα λοιπά. Είχαμε και ένα πολύ πρώιμο «τράβηγμα» με την Ασφάλεια, εξαιτίας ενός ζητήματος που σχετιζόταν με τη Μακεδονία. Φέρναμε πάντα δίσκους για το εθνο-μουσικολογικό τμήμα μας.

Η UNESCO χρηματοδοτούσε τότε αποστολές σε διάφορα μέρη του κόσμου για να γίνουν εκεί ηχογραφήσεις, προκειμένου να διατηρηθεί ο μουσικός πλούτος των εθνών που δεν έχει καταγραφεί, δεν αποτελεί γραπτό μουσικό μνημείο, παρά μόνο προφορικό. Στις σειρές των δίσκων που κυκλοφορούσαν με εκείνες τις ηχογραφήσεις υπήρχε και ένας στου οποίου το εξώφυλλο έγραφε ότι επρόκειτο για τοπική μουσική της Μακεδονίας. Τι ήτανε να τον φέρουμε, και μάλιστα να τον βάλουμε και στη βιτρίνα; Μια μέρα την είδαμε τρυπημένη από σφαίρα και μια άλλη μας φώναξαν στην Ασφάλεια. Δεν θυμάμαι αν ήταν ακριβώς το 1968, πάντως ήταν την πρώιμη περίοδο της χούντας.

• Δεν ήταν επανάσταση η τοποθέτηση εκείνου του δίσκου στη βιτρίνα του μαγαζιού. Είχε μια λογική τελείως μουσική, η οποία δεν ορίζεται ούτε υπηρετεί μια πολιτική ιδεολογία. Μπορεί εμμέσως να συμβαίνει κάτι τέτοιο τελικά, αλλά δεν φταίει η μουσική. Η ίδια είναι αθώα. Κι εκείνος ο δίσκος ήταν ένας αθώος δίσκος που είχε μπει στη βιτρίνα από ένα αθώο παιδί –σχεδόν παιδί, εμένα δηλαδή‒, το οποίο πίστευε ότι από τη στιγμή που πρόκειται για ένα μουσικό ντοκουμέντο δεν τίθεται θέμα ότι «τα κομμούνια πρέπει να πεθάνουν».

• Αν χορεύω με την κλασική μουσική; Μα μονίμως χορεύω. Δεν μπορώ να σταθώ ακίνητη. Είναι κάτι τρομερό. Φαντάζομαι ότι αν είχε κανείς τον τρόπο να παραστήσει όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις του ανθρώπου που ακούει μουσική, θα αποτύπωνε έναν χορογραφικό πανζουρλισμό μπροστά του. Φυσικά, λόγω του ρυθμού, όλα ξεκινούν από αυτόν. Είναι το πρώτο μουσικό αίσθημα. Είναι ο χτύπος της καρδιάς μας.

Ακόμη και ως έμβρυα στην κοιλιά της μητέρας μας ακούμε τη δική της καρδιά. Από κει ξεκινούν όλα, από αυτόν τον χτύπο. Πρόκειται για οντολογικές αλήθειες. Δεν μπορούμε να τις ανατρέψουμε. Η ακινησία είναι μια ψευδαίσθηση. Όσο για τη χειρονομία, δεν σημαίνει ότι είναι και κίνηση. Μπορεί κάποιος να χειρονομεί σαν τρελός και να είναι ένας ακούνητος ξεροκέφαλος. Είναι άλλο το να παρακολουθείς αυτό που συμβαίνει «συν-κινούμενος», γιατί και στη συγκίνηση έχουμε κίνηση, και άλλο να κάνεις άτσαλες χειρονομίες, επειδή θέλεις άτσαλα να τονίσεις αυτό που λες.

• Ξέρετε, έχω δισκοπάθεια. Ταιριαστή αρρώστια...

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Xenakis Alive: Αφιέρωμα στον Ιάννη Ξενάκη

Μουσική / Xenakis Alive: Ένα αφιέρωμα στον Ιάννη Ξενάκη και τους ήχους του άυριο

Τέσσερις σύγχρονοι μουσικοί της πειραματικής και ηλεκτρονικής σκηνής, οι AGF, Paul Goutmann, Πάνος Αλεξιάδης και Pan Daijing, παρουσιάζουν τους ήχους του αύριο στο Ωδείο Αθηνών, με έμπνευση από τον επιδραστικό συνθέτη Ιάννη Ξενάκη, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του.
M. HULOT
Αν όλα τα κουήρ (ελληνικά) τραγούδια έκαναν coming out

ACADDEMIA / Αν όλα τα κουήρ (ελληνικά) τραγούδια έκαναν coming out

Κουήρ τραγούδια υπάρχουν αμέτρητα, γραμμένα σε διαφορετικές εποχές. Μπορεί να είναι αυτά που έχουν γραφτεί ή/και ερμηνευθεί από κουήρ καλλιτέχνες/-ιδες, ή έχουν τραγουδηθεί από cis/στρέιτ «queer icons», ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο έχουν αγαπηθεί από το κουήρ κοινό.
ΕΛΕΝΑ-ΟΛΓΑ ΧΡΗΣΤΙΔΗ
Ο Χατζιδάκις στους δρόμους του Μπουένος Άιρες— ένα ντοκουμέντο

Τα podcasts του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου / Ο Χατζιδάκις με ένα τάνγκο— ντοκουμέντο

Ο Μάνος Χατζιδάκις μιλά για την μαγική του συνάντηση με τον μεγάλο Αργεντίνο συνθέτη, το πάθος του τανγκό και τον τρόπο που η μεγάλη μουσική συνδέεται μέσα από δρόμους ετερόκλητους.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ