Ζαν Λικ Γκοντάρ: Ο μέγας εικονοκλάστης της νουβέλ βαγκ ταινία προς ταινία

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Εικονογράφηση: Dreyk the Pirate / LIFO
0

Ο Ελβετός στην καταγωγή και υιοθετημένος από τη Γαλλία, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, ανήκει σε μία συνομοταξία καλλιτεχνών μιας άλλης εποχής που προέκυψε μετά τον πόλεμο, μιας γενιάς που ανήγαγε την αγάπη και το πάθος για τον κινηματογράφο σε αγώνα ενάντια στο σύστημα αξιών της καπιταλιστικής κοινωνίας της υπερκατανάλωσης. Ο άνθρωπος που φέρει τον τίτλο του «πάπα της νουβέλ βαγκ», δεν έχει πάψει τα τελευταία εξήντα χρόνια –από το 1954 μέχρι και σήμερα, σε προχωρημένη ηλικία– να στοχάζεται για την κατάσταση της ανθρωπότητας και να παράγει εικόνες μεγάλης αξίας. Απόδειξη η τελευταία του συμμετοχή στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών –ανέκαθεν τόπο δράσης του, που όμως δεν παύει να το κατακεραυνώνει παντοιοτρόπως– την τελευταία του ταινία, το Adieu au langage, η οποία είναι και η μοναδική περίπτωση ταινίας του που βράβευσαν μόλις πριν από λίγες ημέρες με τον ίδιο απόντα.  

Γεννημένος το 1930 στο Παρίσι, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας (ο πατέρας γιατρός ιδιοκτήτης κλινικής, και η μητέρα κληρονόμος οικογένειας τραπεζιτών), πέρασε τα χρόνια του αβυσσαλέου Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο προστατευτικό περιβάλλον της ουδέτερης πατρίδας των γονιών του. Στο Παρίσι επέστρεψε το 1946 για να ολοκληρώσει το λύκειο και μετά από ένα διάλειμμα στη Γενεύη ξεκίνησε σπουδές Ανθρωπολογίας στη Σορβόννη, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε. Αντ’ αυτού ξημεροβραδιαζόταν στις κινηματογραφικές λέσχες της Rive Gauche, όπου σύντομα συνάντησε συνομηλίκους του εξίσου παθιασμένους με το σινεμά. Μέσα στη μεταπολεμική φρενίτιδα με τις απατηλές υποσχέσεις μιας νέας εποχής, η Cinémathèque και το Ciné-club du Quartier Latin έγιναν το σημείο συνάντησης και των γόνιμων συζητήσεων του νεαρού, τότε, σινεφίλ με τους μελλοντικούς ομοτέχνους του Ζακ Ριβέτ, Κλοντ Σαμπρόλ, Φρανσουά Τριφό, Μορίς Σερέρ (το πραγματικό όνομα του Ερίκ Ρομέρ). «Ήμασταν σαν χριστιανοί στις κατακόμβες» είπε ο ίδιος για τον εαυτό του και τους συντρόφους του εκείνη την εποχή, με τους οποίους ίδρυσε τη θρυλική σήμερα «Gazette du Cinéma», όπου ξεκίνησε την καριέρα του ως κριτικός. Πέντε τεύχη έβγαλαν και το 1951 μεταπήδησαν στα «Cahiers du Cinéma» του Αντρέ Μπαζέν, το οποίο έμελλε να αποδειχθεί το φυτώριο της περίφημης νουβέλ βαγκ.

Δεν είναι παράξενο που θέλει στον τάφο του να γραφτεί «Au contraire» (Αντιθέτως). Γιατί όλη του η ζωή υπήρξε μια αντίθεση σε κάθε σύμβαση: κινηματογραφική, κοινωνική, πολιτικά. Και είναι ίσως ο μόνος κινηματογραφιστής που δεν ενέδωσε στις σειρήνες.

Στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα το 1955 με το ντοκιμαντέρ Επιχείρηση Τσιμέντο (Opération Βéton) ο Γκοντάρ κινηματογράφησε μέρος της κατασκευής του φράγματος Γκραντ Ντισάνς στην Ελβετία, στο οποίο εργαζόταν κι ο ίδιος. Δύο χρόνια αργότερα γύρισε, σε σενάριο του Ερίκ Ρομέρ, το Σαρλότ και Βερονίκ ή Όλα τα αγόρια λέγονται Πατρίκ (Charlotte et Véronique ou Tous les garçons s’ appellent Patrick), νεανικούς έρωτες που εκτυλίσσονται στον Κήπο του Λουξεμβούργου, και το 1958 την εφήμερη ερωτική ιστορία Η Σαρλότ και το αγόρι της (Charlotte et son Jules), κατά τη διάρκεια της οποίας γνώρισε και για πρώτη φορά συνεργάστηκε με τον ηθοποιό Ζαν-Πολ Μπελμοντό. Ακολούθησε το Μια ιστορία νερού (Une histoire d’ eau), εμπνευσμένο από τις πλημμύρες σε μια επαρχία του Παρισιού.

Μικρός οδηγός για τις ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ Facebook Twitter
Charlotte et Véronique ou Tous les garçons s’ appellent Patrick.

Η ταινία, βέβαια, που θα καθόριζε την καριέρα του και μαζί την πορεία του παγκόσμιου κινηματογράφου δεν ήταν άλλη από το Με κομμένη την ανάσα (À bout de souffle) του 1960: κάμερα στο χέρι, αυτοσχέδιοι διάλογοι που επινοούνταν επί τόπου, λίγο πριν από τη λήψη σε συνεργασία με τον Τριφό, γρήγορα γυρίσματα σαν κομάντο στους δρόμους του Παρισιού, jump cuts, άναρχη αφήγηση. Πρόκειται για μια ερωτική ιστορία με αναφορές στα αμερικανικά φιλμ νουάρ που τόσο αγαπούσε κι εκτιμούσε: ο Μπελμοντό-Μισέλ, μικροεγκληματίας που γουστάρει να μοιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, είναι τρελά ερωτευμένος με την Αμερικανίδα Τζιν Σίμπεργκ που πουλάει εφημερίδες στο Σανς Ελιζέ και κάνει ό,τι μπορεί για να την κατακτήσει. Με σύμμαχό του τον διευθυντή φωτογραφίας Ραούλ Κουτάρ, που έγινε ο πιο πιστός του συνεργάτης για πάρα πολλά χρόνια, αναποδογύρισε το σινεμά, δηλώνοντας: «Μια ταινία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά». Αυτό ήταν αρκετό ώστε μια ολόκληρη γενιά αναρίθμητων επίδοξων σκηνοθετών ανά τον κόσμο να αναθεωρήσει τις απόψεις αναφορικά με τον τρόπο δημιουργίας μιας ταινίας. Σε μια εποχή κοινωνικοπολιτικής ρευστότητας άλλαξε τη ρότα της κινηματογραφικής αφήγησης.

Μικρός οδηγός για τις ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ Facebook Twitter
Με κομμένη την ανάσα

Η επόμενη ταινία του, Ο μικρός στρατιώτης (Le petit soldat), ένα προκλητικό σχόλιο για τον πόλεμο στην Αλγερία όπου έκανε και το ντεμπούτο της σε πρωταγωνιστικό ρόλο η πρώτη του γυναίκα και πανέμορφο μοντέλο από τη Δανία, Άννα Καρίνα, δεν πήρε άδεια να προβληθεί από τη γαλλική λογοκρισία, παρά μόνο τρία χρόνια αργότερα. Στο Η κυρία θέλει έρωτα (Une femme est une femme) του 1961 έβαλε την Άννα Καρίνα εν μέσω ενός ιδιότυπου ερωτικού τριγώνου, μεταξύ του Ζαν-Κλοντ Μπριαλί και του Ζαν-Πολ Μπελμοντό, μια δική του βερσιόν του μιούζικαλ με αναφορές στον Μπρεχτ (οι χαρακτήρες απευθύνονται στους θεατές), τον Ζακ Ντεμί, στο Χόλιγουντ και στην πορνεία. Το 1963, το αντιπολεμικό Οι Καραμπινιέροι (Les Carabiniers) ήταν τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική αποτυχία.

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Ο Godard στην Μπερλινάλε (1961) / Αρχείο της Ταινιοθήκης της Ελλάδος
Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
À bout de souffle / Αρχείο της Ταινιοθήκης της Ελλάδος
Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Une femme est une femme / Αρχείο της Ταινιοθήκης της Ελλάδος

Το 1963 ήταν η χρονιά της επίσης εμβληματικής Περιφρόνησης (Le Mépris). Μια ταινία-δοκίμιο για τη διττή φύση του κινηματογράφου ως μορφής τέχνης και ως βιομηχανίας, βασισμένη σε μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια και γυρισμένη στο Κάπρι με πρωταγωνίστρια την απόλυτη σταρ του γαλλικού σινεμά του ’60 Μπριζίτ Μπαρντό. Περιφέρεται γυμνή (κατ’ απαίτηση των Αμερικανών παραγωγών) με φόντο τη διάσημη βίλα Μαλαπάρτε, με τον Μισέλ Πικολί και τον Τζακ Πάλανς σε συνομιλία με τον Φριτς Λανγκ.  

Μικρός οδηγός για τις ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ Facebook Twitter
Ο Μισέλ Πικολί και η Μπριζίτ Μπαρντό στα γυρίσματα της «Περιφρόνησης». Φωτ.: Marceau-Cocinor/Les Films Concordia/ Georges de Beauregard/ Carlo Ponti/ Collection Sunset Boulevard/Corbis via Getty Images

Το 1964, στο Μια ξεχωριστή συμμορία (Bande à part), κινηματογράφησε τα όνειρα και τις φαντασιώσεις τριών φοιτητών, ενώ ένας αγώνας δρόμου μέσα στο Λούβρο έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου. Το Αλφαβίλ, Μια παράξενη περιπέτεια του Λέμμυ Κώσιον (Alphaville, Une étrange aventure de Lemmy Caution), εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Πολ Ελιάρ, είναι μια ταινία για την απελευθέρωση από την τυραννία, για τις ανάγκες της οποίας μετέτρεψε το Παρίσι σε ένα φουτουριστικό σκηνικό εν έτει 1965. Με τον Τρελό Πιερό (Pierrot le fou) επέστρεψε στον γκονταρικό έρωτα του «ζευγαριού στα όρια», επιστρατεύοντας για μια ακόμα φορά τους εκπληκτικούς Ζαν-Πολ Μπελμοντό και Άννα Καρίνα. Με απόλυτη ελευθερία έκφρασης, γραφής και αναρχική θεώρηση των πραγμάτων, σχεδόν χωρίς πλοκή, μπρεχτική αποστασιοποίηση κι ένα εκρηκτικό τέλος, αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ταινία της νουβέλ βαγκ και το σύμβολο μιας εποχής γεμάτης ουτοπικές προσδοκίες. Ακολούθησε το Αρσενικό Θηλυκό (Masculin Féminin), όπου έκανε την πιο φευγάτη κινηματογραφική μελέτη της «γενιάς του Μαρξ και της Coca-Cola».  

Το 1966, πάντα λάτρης και συγχρόνως πολέμιος του αμερικανικού σινεμά, γύρισε το Συνέβη στην Αμερική (Made in USA), στο οποίο μια νέα γυναίκα, θηλυκή εκδοχή του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, αποδύεται σε έρευνα για να ανακαλύψει τον εξαφανισμένο στο Ατλάντικ Σίτι εραστή της. Την ίδια χρονιά, στο πολυσήμαντο Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν (Deux ou trois choses que je sais d’ elle) η μυθοπλασία έχει πια αντικατασταθεί από ένα κινηματογραφικό κολάζ που περιέχει από φιλοσοφία και κοινωνιολογία μέχρι αναφορές σε life style περιοδικά και διαφήμιση – ένα οπτικό δοκίμιο για την πορνεία και την αναδόμηση του Παρισιού στα ’60s.

Μικρός οδηγός για τις ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ Facebook Twitter
Pierrot le fou

Λίγο πριν από τον Μάη του ’68 που θα άλλαζε τα πάντα, ο στοχαστής και πολιτικά ευαισθητοποιημένος Γκοντάρ διαισθάνθηκε την εξέγερση και γύρισε την Κινέζα (La Chinoise). Πέντε φοιτητές απομονωμένοι σε ένα παρισινό διαμέρισμα ακούνε Ράδιο Πεκίνο και συζητάνε για την πολιτιστική επανάσταση, τις μορφές δράσης και το νόημα της τρομοκρατίας. Μέσα στον αναβρασμό του ’67, συμμετείχε στο συλλογικό φιλμ Μακριά από το Βιετνάμ (Loin du Vietnam), όπου μαζί με τους Γιόρις Ίβενς, Γουίλιαμ Κλάιν, Κλοντ Λελούς, Ανιές Βαρντά, Κρις Μαρκέρ και Αλέν Ρενέ εκφράζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την οργή τους για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Το επεισόδιο του Γκοντάρ είχε τίτλο Κάμερα-μάτι (Caméra-Oeil). Την ίδια χρονιά ήταν που γύρισε το εξωφρενικά βίαιο Week-End, μια παραβολή-καταγγελία του αστικού υλισμού μέσα από τη σουρεαλιστική, αλά Μπουνιουέλ, εξέλιξη ενός Σαββατοκύριακου στην εξοχή.

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
La Chinoise / Αρχείο Gaumont

Τον Μάη του 1968 ο Γκοντάρ πρωτοστάτησε τόσο στους αγώνες των φοιτητών όσο και στο Φεστιβάλ των Καννών. Μαζί με τον Φρανσουά Τριφό και τον Κλοντ Λελούς, αλλά και όποιους τους ακολούθησαν, κατάφεραν, με μια επεισοδιακή εισβολή στο φεστιβάλ που άφησε εποχή, να ακυρώσουν την ολοκλήρωσή του και να μη δοθούν βραβεία. Αργότερα θα έλεγε: «Ο Μάης του 1968 υπήρξε ένα σκούπισμα για πολλούς ανθρώπους και το να σκουπίσεις τη σκόνη δεν σημαίνει να ξεχάσεις το παρελθόν. Το να σκουπίσεις επιτρέπει να δεις καλύτερα αυτό που υπάρχει μέσα στο δωμάτιο, και το σκούπισμα του εαυτού μου μού επέτρεψε να αρχίσω να τοποθετούμαι ιστορικά και ως Γάλλος και ως κινηματογραφιστής. Δηλαδή ως κινηματογραφιστής που εργάζεται στη Γαλλία».

Συνεπής στις πολιτικές του ιδέες, ίδρυσε μαζί με τον θεωρητικό Ζαν-Πιερ Γκορέν την κινηματογραφική κολεκτίβα Dziga-Vertov, φόρο τιμής στο Ρώσο πρωτοπόρο, και για πέντε χρόνια συνυπέγραφε μαζί με άλλους μια σειρά καθαρά πολιτικοποιημένων ταινιών. Έτσι, αφού γύρισε τη Χαρούμενη γνώση (Le gai savoir) εμπνεόμενος από το Περί Αγωγής του Ζαν-Ζακ Ρουσό, μια συζήτηση μεταξύ δύο νέων για το σινεμά και την τηλεόραση, την εικόνα και τον ήχο, τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική, ακολούθησε το Μια ταινία σαν τις άλλες (Un film comme les autres), ένα docu-drama όπου φοιτητές από τη Ναντέρ συζητούν με εργάτες της Ρενό για το μέλλον της επανάστασης στη Γαλλία, με ενσωματωμένο υλικό από τις διαδηλώσεις του Μάη.

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Week-End / Αρχείο Gaumont

Κι αφού ταξίδεψε στη Βρετανία για το εκρηκτικό ντοκιμαντέρ One plus one (Sympathy for the devil) που αναφερόταν στην αντικουλτούρα του ’60, παρουσιάζοντας τη ζωντανή ηχογράφηση σε στούντιο του «Sympathy for the devil» από τους Rolling Stones, συνέχισε κάνοντας άλλες τέσσερις ταινίες με την ομάδα Dziga-Vertov.

Το ντοκιμαντέρ Pravda, μια κριτική στον ρεβιζιονισμό που γυρίστηκε παράνομα στην Τσεχοσλοβακία τον Απρίλιο του ’69, έξι μήνες μετά τη σοβιετική εισβολή, τον Ανατολικό  Άνεμο (Vent d’ Εst), έναν στοχασμό για την πάλη των τάξεων και τη φύση του κινηματογράφου με αυτοκριτική του Γκοντάρ, τους Αγώνες στην Ιταλία (Luttes en Italie), μια μελέτη για τη διάβρωση της ριζοσπαστικής σκέψης από την αστική ιδεολογία βασισμένη σε ένα κείμενο του Λουί Αλτουσέρ – επρόκειτο για παραγγελία της ιταλικής τηλεόρασης, που όμως δεν παίχτηκε ποτέ.

Σε συνέντευξή του αργότερα δήλωνε: «Ποτέ δεν μπορεί να γίνει επαναστατική ταινία μέσα στο σύστημα. Πρέπει να περιθωριοποιηθείς, προσπαθώντας να επωφεληθείς από τις αντιφάσεις του συστήματος, ώστε να επιβιώσεις έξω από αυτό». Έτσι, το Βλαδίμηρος και Ρόζα (Vladimir et Rosa), για την πολύκροτη Δίκη των 8 στο Σικάγο, θεωρήθηκε «ασεβής» και προκλητική ταινία-μέσα-στην-ταινία και η γερμανική τηλεόραση που του την παρήγγειλε, αρνήθηκε να την προβάλει. Αργότερα ξαναδούλεψε το υλικό που είχε τραβήξει στη Μέση Ανατολή μαζί με τον Ζαν-Πιερ Γκορέν και την Αν-Μαρί Μιεβίλ (τη νυν σύντροφό του) και το 1974 συνυπέγραψαν το Εδώ κι αλλού (Ici et Aillieurs), ένα πολιτικό δοκίμιο όπου οι αγώνες των Παλαιστινίων αντιπαρατίθενται στην καθημερινότητα μιας γαλλικής οικογένειας.

Το 1975 εγκατέλειψε την ομάδα Dziga-Vertov και στράφηκε στον πειραματισμό με χρήση φιλμ και βίντεο, συνυπογράφοντας δύο ταινίες με την Αν-Μαρί Μιεβίλ: το ιδιόμορφο και πολυεπίπεδο Numéro Deux, σχόλιο πάνω στις σχέσεις εξουσίας στον κινηματογράφο και στην οικογένεια, και το Πώς πάει; (Comment ça va?), όπου κριτικάρει τα ΜΜΕ και την πολιτική, με την Αν-Μαρί Μιεβίλ να υποδύεται μια αριστερή δημοσιογράφο.   

Μικρός οδηγός για τις ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ Facebook Twitter
One plus one (Sympathy for the devil) / Αρχείο Fabulous Films

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Sauve qui peut (la vie) / Αρχείο Gaumont

Όταν το 1979 επέστρεψε στη μυθοπλασία με το Ο σώζων εαυτόν σωθήτω [Sauve qui peut (la vie)], το χαρακτήρισε «η δεύτερη “πρώτη” μου ταινία». Μια άκρως απαισιόδοξη ταινία με πρωταγωνιστές την Ιζαμπέλ Ιπέρ, τη Ναταλί Μπέι και τον Ζακ Ντουτρόν. Στο Πάθος (Passion) του 1982 η Ιζαμπέλ Ιπέρ αναζητά τον έρωτα σε ένα κινηματογραφικό πλατό, ένα ξενοδοχείο κι ένα εργοστάσιο, ενώ με το Όνομα Κάρμεν (Prénom Carmen) κέρδισε το 1983 τη Χρυσή Άρκτο. Πρόκειται για μια γοητευτική ταινία στην οποία μπλέκει τη διάσημη νουβέλα του Μεριμέ με τη μουσική, τον έρωτα και την τρομοκρατία. Η «αιρετική» ανάγνωση της αμώμου συλλήψεως υπό τους ήχους του Μπαχ στο Χαίρε, Μαρία (Je vous salue, Marie) προκάλεσε το 1984 την αντίδραση της Εκκλησίας –να κάνει δηλώσεις μέχρι ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ έφτασε. Το Ντετέκτιβ (Détective) του 1985, ένα γκονταρικό φιλμ-νουάρ, το αφιέρωσε στον Τζον Κασσαβέτη και με τη δική του εκδοχή του Βασιλιάρ Λιρ (King Lear) έκανε το 1987 μια ριζοσπαστική ανάγνωση της τραγωδίας του Σαίξπηρ, τοποθετημένη σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, μετά το Τσέρνομπιλ. Ανάμεσα στους ερμηνευτές ήταν ο ίδιος ο Γκοντάρ, ο Γούντι Άλεν, ο Νόρμαν Μέιλερ και ο Λεό Καράξ. Την ίδια χρονιά, με το Πρόσεχε το δεξί σου ή Μια θέση στη γη όπως στον ουρανό (Soigne ta droite a.k.a. Une place sur la terre comme au ciel), οι ήρωες αναζητούν τη θέση τους σε αυτό τον κόσμο, στη σκιά ή στο φως, σε μια σπάνια έκρηξη του κωμικού στοιχείου, φόρο τιμής στον Ζακ Τατί.  

Οι ταινίες του Jean Luc Godard στην Ταινιοθήκη Facebook Twitter
Sauve qui peut (la vie) / Αρχείο Gaumont

Το 1995, 65 ετών πια, ο Γκοντάρ αυτοβιογραφείται κινηματογραφικά με ειρωνεία και χιούμορ ανάμεσα σε αγαπημένα βιβλία, μουσικές και τσιτάτα στο ντοκιμαντέρ ΖΛΓκ/ΖΛΓκ. Αυτοπροσωπογραφία του Δεκέμβρη (JLG/JLG, Autoportrait de Décembre). Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία τον ενέπνευσε να γυρίσει το Η δική μας μουσική (Notre Μusique), ένα τρίπτυχο βασισμένο στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, ενώ το μνημειώδες Socialism (Film Socialisme) αποτέλεσε το 2010 την πρώτη του απόπειρα να δημιουργήσει, με την ψηφιακή τεχνολογία, μια ταινία χωρισμένη σε τρία μέρη («Αυτά τα πράγματα», «Η δική μας Ευρώπη», «Οι ανθρωπότητές μας»). Στην πρεμιέρα της στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών προβλήθηκε με υπότιτλους στην «ινδιάνικη διάλεκτο». Το ίδιο έτος η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε ειδικό τιμητικό βραβείο, το οποίο αρνήθηκε να παραλάβει.

«Ως ερασιτέχνης πάντα μαχόμουν τους επαγγελματίες και ως επαγγελματίας μαχόμουνα τους ερασιτέχνες, κι ακόμα ως Ελβετός μαχόμουν τους Γάλλους» έχει πει. Άρα, δεν είναι παράξενο που θέλει στον τάφο του να γραφτεί «Au contraire» (Αντιθέτως). Γιατί όλη του η ζωή υπήρξε μια αντίθεση σε κάθε σύμβαση: κινηματογραφική, κοινωνική, πολιτικά. Και είναι ίσως ο μόνος κινηματογραφιστής που δεν ενέδωσε στις σειρήνες. Το Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα που μόλις προβλήθηκε στις Κάννες το αποδεικνύει περίτρανα. 

 

 

 

Οθόνες
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Pulp Fiction / Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μαζί με τον Λουκά Κατσίκα κάνουν μια αναδρομή στις σημαντικότερες σινεφίλ ταινίες των τελευταίων εκατό ετών με αφορμή το «Fabelmans», το «Babylon» και το «Empire of the sun».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Οθόνες / Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Με αφορμή τις ήπια αφοριστικές δηλώσεις του Κουέντιν Ταραντίνο και τον επαναπροσδιορισμό ταπεινότητας της Τζένιφερ Λόρενς, η βιομηχανία ψάχνει πάντα ελκυστικά πρόσωπα για να ταΐσει τις πανάκριβες συνταγές της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ ενηλικίωσης για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων μέσα από τις ζωές των μαθητών

Οθόνες / «Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων

Η ταινία του Λουκά Παλαιοκρασά τοποθετεί το εκπαιδευτικό σύστημα στο επίκεντρο, εξερευνώντας το μέσα από τη ζωή και τα μάτια των μαθητών, και είναι μια κινηματογραφική καταγραφή που σε ξεβολεύει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 20/11-Όταν ο Όρσον Γουέλς δούλευε σε φιλμ της σειράς για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του

Ηχητικά Άρθρα / Όταν ο Όρσον Γουέλς δούλευε σε φιλμ της σειράς για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του

Οι «δεύτερες» εμφανίσεις του κατά τ’ άλλα ιδιοφυούς σκηνοθέτη που αναγκάστηκε να συμμετάσχει και σε φιλμ της σειράς, χρησιμοποιώντας τις αμοιβές για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του.
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ