Χρήστος Μασσαλάς: «Το campness προκύπτει με φυσικό τρόπο στις ταινίες μου»

Χρήστος Μασσαλάς: «Το campness προκύπτει με φυσικό τρόπο στις ταινίες μου» Facebook Twitter
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO
0

Δεν μπορώ να εντοπίσω πότε ακριβώς γεννήθηκε το στόρι του «Broadway». Φτιάχτηκε ψηφιδωτό-ψηφιδωτό μέσα στα χρόνια, οπότε μάλλον το πρώτο θραύσμα που θυμάμαι είναι η ιδέα για μια συμμορία πορτοφολάδων που χορεύουν ή χορευτών που κλέβουν. Για κάποιον λόγο κόλλησα με αυτή την ιδέα και άρχισα σιγά-σιγά να εξερευνώ τι μπορεί να γίνει με αυτή την ομάδα, να εξετάζω τις δυναμικές τους, να φτιάχνω έναν μικρόκοσμο γι’ αυτούς, για να προσεγγίσω μέσω αυτού κάποιες θεματικές.

Έγραψα διάφορες εκδοχές του σεναρίου, οι χαρακτήρες άλλαξαν μέσα στα χρόνια. Εκεί που πραγματικά ξεκλείδωσε η ιστορία είναι όταν, ψάχνοντας, στο μυαλό μου αρχικά και εν συνεχεία στην Αθήνα, να βρω πού μένουν αυτοί οι άνθρωποι, έπεσα πάνω στο Μπρόντγουεϊ. Μου δόθηκε η δυνατότητα να μιλήσω ουσιαστικά για ανθρώπους που ζουν μέσα σε ένα παραμορφωμένο αμερικανικό όνειρο, στοιχείο που με ενδιέφερε πάντα και σε αυτό το σενάριο και σε άλλα που ήδη γράφω: το πώς έχει επηρεάσει η ιδέα του αμερικανικού ονείρου κουλτούρες και ανθρώπους σε κάθε γωνιά της γης. Για τον τρόπο με τον οποίο ζουν μιμούμενοι το entertainment, τα είδη και τα αρχέτυπα του κινηματογράφου. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, στις ατάκες που χρησιμοποιούμε αντικατοπτρίζονται πράγματα που έχουμε δει στο σινεμά.

• Το Μπρόντγουεϊ της Πατησίων δεν το γνώριζα γιατί δεν έχω μεγαλώσει στην Αθήνα. Σε αυτήν τη στοά υπάρχει ακόμα το θέατρο της Δανδουλάκη. Συνειδητοποίησα εκ των υστέρων ότι τον είχα δει αυτό τον χώρο σε διάφορες ταινίες, χωρίς να ξέρω ποιος είναι. Στο «Πονηρό θηλυκό κατεργάρα γυναίκα» με τη Βουγιουκλάκη, σε ταινία του Βούλγαρη επίσης. Ξαφνικά κι εγώ, όπως και οι χαρακτήρες της ταινίας, βρέθηκα να είμαι σαν άποικος σε έναν νέο εξωτικό τόπο.

Δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και άρχισε να λειτουργεί ως ένας από τους πρώτους πολυχώρους, με καταστήματα, κινηματογράφο, θέατρο. Κράτησε μέχρι τη δεκαετία του ’90 την αίγλη του και με το κύμα της παγκοσμιοποίησης, των multiplex που σταδιακά έρχονταν έτοιμα, με το ντιζάιν και τα φώτα τους, άρχισε να φθίνει, ώσπου τελικά έκλεισε αρχές της δεκαετίας του 2000. Όταν μπήκα μέσα είδα αφίσες, π.χ. του «Moulin Rouge!», του «Monster’s Ball», ταινιών του 2001 ‒ αυτές ήταν οι τελευταίες. Στην πορεία άρχισα να σκέφτομαι και να σκηνογραφώ πάνω σε αυτόν τον χώρο.

• Αν το δούμε λίγο ψυχαναλυτικά, νιώθω ότι πάσχω από ένα σύνδρομο κάποιου τύπου εξαιτίας του οποίου αισθάνομαι ότι δεν ανήκω πουθενά. Ή μάλλον, αν ανήκω κάπου, ανήκω σε έναν τεχνητό κόσμο, που είναι κάπως ξεκομμένος από την πραγματικότητα, χαρακτηρισμένος απ’ όσα έχω δει μεγαλώνοντας. Σαν να προσπαθώ να προβάλω την αρχιτεκτονική ενός κόσμου που έχει διαμορφωθεί στο μυαλό μου στο πανί. Ενδεχομένως αυτό να σχετίζεται με το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι στη μέση του πουθενά, έξω από τα Γιάννενα, σε έναν λόφο. Δεν υπήρχαν άλλα σπίτια τριγύρω, δεν υπήρχε γειτονιά, οπότε μάθαινα τον κόσμο κυρίως μέσα από αυτά που έβλεπα στην τηλεόραση, στο σινεμά.

Αυτοί οι άνθρωποι, η Τζένη Χειλουδάκη, ο Χρήστος Πολίτης, ο Λάκης Γαβαλάς, είναι χαρακτήρες των παιδικών μου χρόνων με έναν τρόπο. Ακριβώς επειδή ήμουν ένα φαντασιόπληκτο παιδί, δεν είχαν μεγάλη διαφορά από τους συγγενείς μου, ένιωθα ότι βρίσκονται στον ευρύτερο κοινωνικό μου περίγυρο.

• Στο ενδιάμεσο πήγαμε για ένα διάστημα στο Δουβλίνο. Βρεθήκαμε εκεί για πρώτη φορά όταν ήμουν τριών, για έναν χρόνο και κάτι. Αυτό τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο στον τρόπο που διαμορφώθηκα γιατί έμαθα αγγλικά μαζί με τα ελληνικά. Δεν το αναφέρω επειδή σήμερα είναι απλώς βολικό να μιλάς αγγλικά με ευχέρεια, αλλά γιατί νομίζω ότι επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό μου. Για μένα αυτό το έπιπλο στο οποίο τοποθετούμε τα πιάτα δεν ήταν μόνο τραπέζι αλλά και table. Έτσι άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμουν τη σημειολογία των πραγμάτων. Δεν υπήρχε το απόλυτο, πάντα είχα την αντίληψη ότι όλα είναι σχετικά, ανάλογα από την οπτική γωνία που θα τα δεις.

• Το πρώτο είδος σινεμά που συνειδητά άρχισα να παρακολουθώ και να με απασχολεί ήταν τα θρίλερ και οι ταινίες τρόμου. Είναι και θέμα γενιάς, πέτυχα την αναγέννηση των slasher films, εκεί γύρω στα δέκα-έντεκα, με το «Scream». Άρχισα να πηγαίνω στο βιντεοκλάμπ, που ήταν η βασική μου έξοδος ‒ είχα βρει μια κομπίνα και τα έπαιρνα κρυφά, λέγοντας ότι είναι για τον μεγάλο μου ξάδελφο. Ευτυχώς είχαμε ένα απομονωμένο tv room και μπορούσα να τα βλέπω εκεί. Από αυτά, μεγαλύτερο impact σε μένα είχε το «Halloween».

Από εκεί προέκυψε και ο Χίτσκοκ, επειδή μου είχαν τελειώσει τα υπόλοιπα θρίλερ. Είδα το «Ψυχώ», που βέβαια μου άρεσε, και έπειτα είπα να δω κι άλλες ταινίες του, έτσι έφτασα στο «Vertigo» που σήμερα θεωρείται η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Αυτό, βέβαια, δεν με απασχολούσε τότε. Χωρίς να έχω την αντίληψη ότι βλέπω κάτι φοβερό, αισθάνθηκα ότι έγινε το κλικ. Φοβερό κόλλημα με τον Χίτσκοκ. Τον έχω καταπιεί με έναν τρόπο. Αυτό το κόλλημα με οδήγησε στο αμερικανικό σινεμά του ’40 και του ’50, σε όσα έκαναν τους φίλους μου στο γυμνάσιο και στο λύκειο να βαριούνται. Ήταν λίγο μοναχικός αυτός ο δρόμος.

Χρήστος Μασσαλάς Facebook Twitter
«Για μένα αυτή η συνομιλία της ποπ κουλτούρας με τα κλασικά πράγματα που μου αρέσουν είναι η κατεύθυνση που μπορώ να υπηρετήσω. Αν επέλεγα έναν από τους δύο πόλους καλλιτεχνικά, το αποτέλεσμα θα ήταν ακρωτηριασμένο». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO

• Κάποια στιγμή, τέλη γυμνασίου, ξεκίνησα να έρχομαι στην Αθήνα τα καλοκαίρια, στο σπίτι της αδελφής μου, με σκοπό να πηγαίνω στα θερινά. Έμενα ένα-ενάμιση μήνα, έπαιρνα το «Αθηνόραμα» και προσπαθούσα να τα δω όλα, ακόμα και δύο ή τρεις ταινίες σε ένα βράδυ. Έτσι ανακάλυψα το ευρωπαϊκό σινεμά. Το δεύτερο μεγάλο μου κόλλημα ήταν ο Μπέργκμαν. Μπήκε ο σπόρος στα θερινά και όταν έφτασα στην Αγγλία, στα δεκαοκτώ, για να σπουδάσω, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μπω σε ένα DVD club με arthouse ταινίες στο Embankment, που δεν υπάρχει πια, και ό,τι μπορούσα να βρω από Μπέργκμαν το πήρα. Έχει ενδιαφέρον ότι ο Μπέργκμαν τον Χίτσκοκ δεν τον παραδεχόταν καθόλου. Εγώ με κάποιον τρόπο προσπαθώ να γεφυρώσω τις διαφορές τους.

• Στην Αγγλία έμεινα εννιά χρόνια. Τότε ήθελα να φύγω από την Ελλάδα με χίλια. Έβλεπα άλλους Έλληνες που αισθάνονταν ξένοι και δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στο Λονδίνο, εγώ όμως είδα το φως το αληθινό. Το πρώτο μου πτυχίο ήταν στην Ιστορία και Θεωρία του Κινηματογράφου, μια προθέρμανση για τη σκηνοθεσία γιατί ποτέ δεν είχα σκοπό να γίνω ακαδημαϊκός, αλλά ήθελα να μελετήσω το αντικείμενο. Εκεί είχα πολλές κόντρες με τους καθηγητές μου, ήταν περισσότερο ποιητική η προσέγγισή μου, δεν έβαζα βιβλιογραφία κι αυτό το θεωρούσαν plagiarism.

Όταν τελείωσα ξεκίνησα στο καπάκι Σκηνοθεσία στο London Film School και αυτά από τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μου. Πρωί-μεσημέρι-βράδυ σινεμά, φιλμ 35 mm, μουβιόλες ‒ ήταν μια old school σχολή, σαν να μην είχε εμφανιστεί το digital. Άλλα τρία χρόνια εκεί, όπου έπρεπε να τα κάνω όλα μέχρι να διαλέξω ειδικότητα: φωτογραφία, σχεδίαση μακέτας σκηνικών, ηχοληψία, μοντάζ, τα πάντα. Αυτό με βοήθησε φοβερά στις ταινίες, ειδικά έτσι όπως γίνονται στην Ελλάδα. Ο τρόπος που σκέφτομαι όταν γράφω ένα σενάριο δεν είναι μόνο με βάση τον σκελετό, την ιστορία, τους διαλόγους. Περιγράφω τους χώρους, τα ρούχα, είναι όσο πιο 3D γίνεται.

• Έμεινα στο Λονδίνο άλλα δύο χρόνια μετά τις σπουδές και έφτασα σε ένα σημείο που έπρεπε να πάρω μια απόφαση για το πού θα ήταν η βάση μου. Άλλο να είσαι φοιτητής, άλλο να έχεις τελειώσει και να ψάχνεσαι και άλλο το μετά. Το ένστικτό μου με οδήγησε στην Ελλάδα, ήταν μια απόφαση που πήρα εν μια νυκτί. Σήκωσα το τηλέφωνο, κάλεσα τον σπιτονοικοκύρη μου στο Λονδίνο χωρίς να είμαι σίγουρος τι θα του πω και τελικά του είπα ότι αφήνω το σπίτι.

Για κάποιο λόγο –και το αναλύω αναδρομικά–, επιστρέφοντας σε μια Ελλάδα που τότε βρισκόταν σε ένα χάος, χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα και δομή, όσο προβληματικό κι αν ήταν αυτό για τις ζωές τόσων ανθρώπων, αυτό εμένα μου άνοιξε ένα παράθυρο και σκέφτηκα ότι μπορούσα να επαναπροσδιοριστώ χωρίς να σκέφτομαι καθόλου πρακτικά. Μια πιο δομημένη κατάσταση στο Λονδίνο ενδεχομένως να μη μου επέτρεπε να κάνω αυτά που θα ήθελα με την ταχύτητα που θα ήθελα. Στην Ελλάδα η επιβράδυνση γίνεται για άλλους λόγους, αλλά εδώ έκανα μικρού μήκους με το τίποτα.

• Τις δικές μου μικρού μήκους τις αντιμετώπιζα όχι ως ένα μέσο για ιστορίες αλλά ως ένα μέσο ποιητικών εντυπώσεων. Σίγουρα υπάρχουν μικρού μήκους που μπορούν να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά εγώ δεν έχω αυτή την επιθυμία μέσα από αυτήν τη φόρμα. Οπότε το campness βρήκε τη λειτουργική του αξία στη μεγάλου μήκους.

Πρέπει να πω από την άλλη ότι το campness εμένα μου προκύπτει με φυσικό τρόπο, χωρίς να είμαι camp freak σε αυτά που γουστάρω να βλέπω. Υπάρχουν άνθρωποι που επί τούτω θέλουν να βλέπουν τις πιο τελειωμένες ταινίες με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Εγώ τη θέλω στο «Μια θέση στον ήλιο». Στον τρόπο που εγώ μεταφράζω τα πράγματα το campness προκύπτει ως ανάγκη μου να φωτίσω με χιούμορ καταστάσεις μέσα από τις ταινίες. Εκεί κάπου φτιάχτηκε αυτή η απόχρωση που με έναν τρόπο είναι camp, χωρίς να είναι αναφορά στο camp.

Χρήστος Μασσαλάς Facebook Twitter
«Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Φοίβος Παπαδόπουλος ξεκινά ως ένας cis straight άνδρας. Η αναγκαιότητα τον οδηγεί να βρει μια μεταμφίεση και να υποδυθεί τον ρόλο ενός τύπου γυναίκας».

• Από τη στιγμή που έγραψα τις πρώτες λέξεις του «Broadway» μέχρι σήμερα μεσολάβησαν οκτώ χρόνια. Τα πρώτα δύο χρόνια μπαινόβγαινα στην ιστορία, ενδεχομένως προσπαθούσα να το βρω. Από κει και μετά άρχισε η οδύσσεια των χρηματοδοτήσεων, μια πρόκληση και ένα ρίσκο, γιατί θα μπορούσα να κάνω μια άλλη ταινία. Συνέχισα να το δουλεύω γιατί ο κόσμος άλλαζε ‒παράλληλα μου συνέβησαν διάφορα‒, οπότε μεταχειρίστηκα το σενάριο ως ζωντανό οργανισμό. Αυτά που ζούσα ήταν σκληρά και νομίζω πως όσο προχωράω χρειάζομαι το χιούμορ σε αυτά που γράφω. Το επόμενό μου σενάριο είναι ακόμα πιο κοντά στην κωμωδία.

• Μπορώ να λέω στον εαυτό μου, και να χαίρομαι, ότι την Έλσα Λεκάκου, την πρωταγωνίστρια του «Broadway», πράγματι την ανακάλυψα εγώ. Από την άλλη, είναι ένα τόσο ταλαντούχο άτομο, που κάποιος θα την ανακάλυπτε αργά ή γρήγορα. Την πρωτοσυνάντησα στο Ωδείο Αθηνών, ως τελειόφοιτη, όταν καλούσαν κινηματογραφιστές για πιθανές συνεργασίες. Στο δωμάτιο με τόσους νέους ηθοποιούς, το μάτι μου έπεσε κατευθείαν πάνω της, ενώ ήταν εκείνη που προσπαθούσε λιγότερο να δηλώσει την παρουσία της. Κεφάλι κατεβασμένο, σε μια γωνία, με τα μαλλιά μες στα μούτρα, αλλά για κάποιο λόγο εγώ είχα κολλήσει.

Φεύγοντας, πήγα κι έγραψα τη μικρού μήκους «Copa Loca». Μετά, ξαφνικά ήταν σίγουρο ότι ο ρόλος του «Broadway» ήταν δικός της. Ήταν το στοιχείο που ως τότε έλειπε από αυτά που έκανα. Οι χαρακτήρες που σκέφτομαι είναι αρκετά οριακοί και μπορούν να πάνε σε πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Έλσα είναι ο άνθρωπος που μπορεί να αποδώσει αυτό που έχω στο μυαλό μου με τέτοιον τρόπο ώστε τελικά να γίνεται αληθινό.

• Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Φοίβος Παπαδόπουλος ξεκινά ως ένας cis straight άνδρας. Η αναγκαιότητα τον οδηγεί να βρει μια μεταμφίεση και να υποδυθεί τον ρόλο ενός τύπου γυναίκας, αλλά μέσα στη συνθήκη του κοινοβίου στο Μπρόντγουεϊ, που όλα τα επιτρέπει και έχει τους δικούς του κανόνες, αρχίζει σιγά-σιγά να τον πιστεύει αυτό τον ρόλο. Μια τέτοια μετάβαση εκτός Μπρόντγουεϊ δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια φυσικότητα. Σε αυτό που γίνεται δεν έχω να δώσω κάποια ταμπέλα.

Και στο casting ήθελα να βρω κάποιον που θα προσέγγιζε τον ρόλο με αυτόν τον τρόπο. Όχι έναν άνθρωπο που έχει από πριν αναφορές από την drag κουλτούρα, για παράδειγμα. Ο Φοίβος ήθελε να μπει στη διαδικασία να το ψάξει, να πάει στο Άμστερνταμ, αλλά εγώ του έλεγα όχι. Την πρώτη φορά που θα ανέβαινε σε τακούνια, μπροστά μου τουλάχιστον, ήθελα να προσπαθήσει να ισορροπήσει όπως ο χαρακτήρας του. Στο θέαμα επιτρέπονται τα πάντα.

Χρήστος Μασσαλάς Facebook Twitter
«Έχουμε φοβερή παλέτα ζωής στην Αθήνα. Δεν θέλω να φύγω». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO

• Αυτοί οι άνθρωποι, η Τζένη Χειλουδάκη, ο Χρήστος Πολίτης, ο Λάκης Γαβαλάς –εντάξει, η Ελένη Φουρέιρα όχι, γιατί όταν ήμουν μικρός δεν υπήρχε στο προσκήνιο–, είναι χαρακτήρες των παιδικών μου χρόνων με έναν τρόπο. Ακριβώς επειδή ήμουν ένα φαντασιόπληκτο παιδί, δεν είχαν μεγάλη διαφορά από τους συγγενείς μου, ένιωθα ότι βρίσκονται στον ευρύτερο κοινωνικό μου περίγυρο. Σαν να έβαζα λοιπόν συγγενείς μου, δικούς μου ανθρώπους, στις ταινίες, δεν σκεφτόμουν ότι βάζω μια cult φιγούρα – αλλά με τάση να τους επαναπροσεγγίσω. Η Τζένη μου έσκασε στο μυαλό όταν σκεφτόμουν ποια θα είναι αυτή που θα παίξει τον ρόλο της μάνας στο «Copa Loca». Έτσι προέκυψε. «Ποια θα είναι η μάνα της;» «Η Τζένη Χειλουδάκη ‒ τέλος».

738
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Από την άλλη, η προσωπική μου ιδεολογία στο σινεμά προκύπτει από το τι μου αρέσει, δηλαδή Μπέργκμαν, Χίτσκοκ, κι από την άλλη Σόχο το βράδυ. Μέχρι ένα σημείο είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, σαν δύο διαφορετικοί άνθρωποι, που ο καθένας όμως είναι τελείως ειλικρινής στον κύκλο του, αλλά τελικά κάποια στιγμή έπρεπε να συναντηθούν μέσα από αυτά που κάνω. Για μένα αυτή η συνομιλία της ποπ κουλτούρας με τα κλασικά πράγματα που μου αρέσουν είναι η κατεύθυνση που μπορώ να υπηρετήσω. Αν επέλεγα έναν από τους δύο πόλους καλλιτεχνικά, το αποτέλεσμα θα ήταν ακρωτηριασμένο.

• Ο Χρήστος Πολίτης είχα καταλάβει ότι δεν ήθελε να ξαναπαίξει μετά τη «Λάμψη», το είχε δηλώσει κιόλας ο άνθρωπος σε συνέντευξή του. Άρχισα να βλέπω άλλους ηθοποιούς γι’ αυτόν τον ρόλο, συγκεκριμένες επιλογές λόγω της ηλικίας του χαρακτήρα. Τίποτα δεν ήταν αυτό που ήθελα. Κάποια στιγμή, σε κατάσταση απόγνωσης και πολύ κοντά χρονικά στο γύρισμα, ακούω στο μυαλό μου το θέμα της «Λάμψης» από τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς και στο λευκό ταβάνι αρχίζει και σχηματίζεται το πρόσωπο του Χρήστου Πολίτη.

Παίρνω κατευθείαν τηλέφωνο τα παιδιά από την Athens Casting και τους ρωτάω αν υπάρχει περίπτωση να με φέρουν σε επαφή. «Να το κάνουμε, αλλά δεν θα δεχτεί, τον έχουμε ξαναπροσεγγίσει». Μετά από μερικές ώρες μού λένε: «Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά μας είπε να τον πάρεις τηλέφωνο». Τον παίρνω, ακούω αυτήν τη φωνή και ξαφνικά δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Μιλούσαμε για δύο ώρες, δεν θυμάμαι καν τι του έλεγα. Βρισκόμαστε μετά από λίγες μέρες. Έχει μια φοβερά ουσιαστική ευαισθησία ως άνθρωπος. Με το που του μίλησα αισθάνθηκα μια σύνδεση που δεν μπορούσα να φανταστώ. Πρέπει να σου πω ότι συμμετείχε δωρεάν, γιατί έτσι. Δεν ήθελε να πληρωθεί. Μου το έκανε σαν δώρο.

Χρήστος Μασσαλάς Facebook Twitter
Σκηνή από τη μικρού μήκους ταινία «Copa Loca».

• Μάλλον μου έγιναν αρκετά δώρα σε αυτή την ταινία. Το άλλο ήταν ο Γκάμπριελ Γιάρεντ – το πρώτο χρονικά. Μικρή αναδρομή πάλι στα παιδικά χρόνια, τότε που μαζί με τις άλλες εμμονές ήμουν και soundtrack-οφάγος. Όλο μου το χαρτζιλίκι πήγαινε εκεί, σε κασέτες, DVD και soundtracks. Ένας από τους αγαπημένους μου, που τον ανακάλυψα βλέποντας τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ», ήταν ο Γκάμπριελ Γιάρεντ. Μπαίνοντας στη διαδικασία, μέσα από τις σπουδές, να δοκιμάσω πράγματα, ακόμα και την αμφισβήτηση της χρήσης της μουσικής καθολικά σε μια ταινία, τελικά έφτασα σε ένα σημείο όπου όλα είχαν βρει τη θέση τους και για μένα ήταν σίγουρο ότι το «Broadway» θα έχει ένα film score με την κλασική έννοια, ενδεχομένως με έναν τρόπο που δεν ακούμε συχνά στις σύγχρονες ελληνικές ταινίες. Άρχισα να ψάχνω για συνθέτες που ήταν πιο κοντά στην ηλικία μου και στην κλίμακα της ταινίας, προσπαθώντας να είμαι και λίγο ρεαλιστής. Τίποτα. Σκέφτηκα «αν μπορούσα να έχω οποιονδήποτε συνθέτη εν ζωή θέλω, ποιος θα ήταν;». Ο πρώτος ήταν αυτός.

Το είπα στους παραγωγούς μου και το θεώρησαν χαριτωμένο, αλλά ακατόρθωτο. Βρήκαν το email της βοηθού του. Έγραψα ένα mail σαν γράμμα σε πάπυρο, του έστειλα ό,τι είχα από την προετοιμασία της ταινίας, φωτογραφίες από πρόβες, σκίτσα κοστουμιών, τις μικρού μήκους μου... Μετά από μια μέρα παίρνω απάντηση ότι ο Γκάμπριελ το βρίσκει ενδιαφέρον και θα ήθελε να με δει στο Παρίσι. Πήγα στο σπίτι του, υπήρχε συνεννόηση και αισθάνθηκα ότι κατάλαβε πως ήμουν εκεί για τους σωστούς λόγους – επειδή πραγματικά η μουσική του σημαίνει κάτι για μένα, όχι για τη φήμη του. Μου ζήτησε να τα ξαναπούμε όταν θα είχα ένα πρώτο μοντάζ της ταινίας. Λογικό, δεν είχα άλλη μεγάλου μήκους να του δείξω. Μετά από σχεδόν έναν χρόνο επέστρεψα με το πρώτο cut. Το είδαμε και μου είπε «θα γράψω μουσική για την ταινία». Έμεινα σχεδόν ένα δίμηνο στο Παρίσι, δουλεύαμε σε διπλανούς χώρους, μου έστελνε καθετί που έγραφε και τελικά φτάσαμε στο σημείο της ηχογράφησης με μια φοβερή ορχήστρα. Άλλο ένα όνειρο.

• Αν υπάρχει κάποια σύνδεση με το σινεμά του Κούτρα είναι η queer ομπρέλα. Ο Πάνος Κούτρας έχει σίγουρα ξεχωριστή θέση στο ελληνικό σινεμά γιατί φώτισε queer θέματα και χαρακτήρες, τα έφερε στο προσκήνιο με έναν τρόπο που δεν είχε ξανακάνει κανείς. Αισθάνομαι πως έχει έναν άλλο προσανατολισμό, κινηματογραφικά μιλώντας, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική σύνδεση, αλλά προφανώς, όσον αφορά την Ελλάδα, το σινεμά του Κούτρα θα υπάρχει πάντα ως κάτι που έχει προηγηθεί και ανοίξει τον δρόμο ώστε να μπορούν ταινίες με κατεύθυνση queer να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

Από την άλλη, το 2009, τη χρονιά της αναγέννησης του ελληνικού σινεμά, εγώ ζούσα στο Λονδίνο. Και τη «Στρέλλα» και τον «Κυνόδοντα» εκεί τα είδα. Είχαν άλλο impact σε μένα. Γύρισα στην Ελλάδα όταν ο Λάνθιμος είχε φύγει πια, είχε προχωρήσει το πράγμα. Δεν είχα ζήσει τι συνέβαινε τότε εδώ, δεν ήμουν στα Εξάρχεια, στις συζητήσεις για τις ταινίες τους ή για το τι σημαίνει το σινεμά του Κούτρα στην Ελλάδα. Τώρα αντιλαμβάνομαι πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του στο ελληνικό σινεμά, αλλά τότε το έβλεπα στο πλαίσιο του παγκόσμιου queer cinema.

Χρήστος Μασσαλάς Facebook Twitter

• Το «Broadway» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, βγήκε στη Γαλλία, τώρα παίζεται στην Τσεχία και στη Σλοβακία και μόλις ανακοινώθηκε η διανομή στην Αμερική. Πέρα από τα φεστιβάλ, υπάρχει γενικά ενδιαφέρον να παιχτεί στις αίθουσες. Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος για πρώτη φορά με αυτό, ότι την ίδια στιγμή, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, διαφορετικοί άνθρωποι έχουν μπει σε μια αίθουσα και βλέπουν την ταινία σου, είναι μοναδικό συναίσθημα. Μπορεί να τους αρέσει, να μην τους αρέσει, να τη συζητήσουν ή να την ξεχάσουν, δεν μπορώ να το μετρήσω, το εισπράττω από τα μηνύματα που λαμβάνω.

Νιώθω ότι στην Ιταλία υπήρχε ομοφωνία, κάτι έπιασε στην ιδιοσυγκρασία τους. Οι Γάλλοι είναι πιο διχασμένοι. Πέτυχα δύο κριτικές που έλεγαν ακριβώς το ίδιο πράγμα και η μία κατέληγε ότι γι’ αυτό είναι φοβερή και η άλλη ότι για τον ίδιο λόγο είναι σκουπίδι. Στην Ελλάδα περιμένω να δω πώς θα δουν οι θεατές τον εαυτό τους μέσα από την ταινία. Όπως και να ’χει, είναι φοβερά συγκινητικό να αποκτά η ταινία σου μια δική της ζωή που είναι πέρα από τον έλεγχό σου και ίσως για κάποιους ανθρώπους να σημαίνει κάτι.

• Αν πρέπει να μετρήσεις τις απογοητεύσεις και τις χαρές σε αυτό που κάνουμε, πάντα τα όχι είναι περισσότερα, ακόμα κι αν πάρεις την περίπτωση μιας επιτυχημένης ταινίας. Εγώ δεν μπορώ να το αλλάξω, δεν θα μπορούσα να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο, καλώς ή κακώς. Απλώς ελπίζω οι επόμενες ταινίες μου να μη μου πάρουν τόσα χρόνια για να γίνουν, να κυλήσουν τα πράγματα πιο εύκολα σε κάποιο βαθμό.

• Μένω λίγο πιο πάνω από το σημείο όπου γυρίστηκε το «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι». Η Αθήνα έγινε μοιραία η πόλη όπου ανακάλυψα το σινεμά και αποκάλυψα το δικό μου σινεμά. Δεν σταματά να με εκπλήσσει γιατί έχει αυτήν τη φοβερή γοητεία που έχει καθετί που φέρει άμα τη εμφανίσει του όλα του τα στοιχεία. Δεν είναι καλογυαλισμένη. Μ’ αρέσει όταν πηγαίνω στο εξωτερικό σε μια καθαρή πόλη, αλλά αυτό ενέχει ένα ψέμα. Η Αθήνα δεν βάζει τα καλά της.

Υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να καλυτερέψουν, δεν λέω ότι πρέπει να υπολειτουργεί για να είναι γοητευτική, αλλά βλέπεις τόσες διαφορετικές τάσεις, την ιστορία, τα κτίρια, όλες τις ανατροπές που έχουν συμβεί σε αυτή την πόλη και βέβαια αυτό αντικατοπτρίζει ψυχογεωγραφικά, με έναν τρόπο, τους ανθρώπους που ζουν σε αυτή, το περίεργο σύμπλεγμα του Νεοέλληνα, που είναι σε μια τόσο φοβερή σύγχυση κι όμως, αν καταφέρει να βρει τον εαυτό του μέσα σε αυτή, μπορεί να κάνει θαύματα. Έχουμε φοβερή παλέτα ζωής στην Αθήνα. Δεν θέλω να φύγω.

Η ταινία «Broadway» του Χρήστου Μασσαλά θα κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 22 Σεπτεμβρίου, σε διανομή Film Trade.

Ευχαριστούμε το Odeon Escape (Λεωφ. Δημοκρατίας 67A, Ίλιον) για τη φιλοξενία της φωτογράφισης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Broadway»: Δείτε το τρείλερ της νέας ταινίας του Χρήστου Μασσαλά

Lifo Picks / «Broadway»: Δείτε το τρέιλερ της νέας ταινίας του Χρήστου Μασσαλά

«Το μπαρόκ του Αλμοδόβαρ συναντά το σασπένς του Χίτσκοκ» έγραψε το γαλλικό Télérama για το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Χρήστου Μασσαλά που, έπειτα από μακρά φεστιβαλική πορεία, έρχεται στην Ελλάδα στις 22/9.
THE LIFO TEAM
Ρομέν Γαβράς: «Η δική μας γενιά δεν έχει πολλά αποθέματα ελπίδας»

Οθόνες / Ρομέν Γαβράς: «Η δική μας γενιά δεν έχει πολλά αποθέματα ελπίδας»

Η Στέγη ανοίγει το φετινό της ρεπερτόριο με το βλέμμα (ξανά) στραμμένο προς το μέλλον, συνεργαζόμενη με τον προβοκάτορα Ελληνογάλλο σκηνοθέτη στο πρότζεκτ «GENER8ION», με τρεις μικρού μήκους ταινίες του που θα κάνουν παγκόσμια πρεμιέρα με τη μορφή βίντεο εγκαταστάσεων σε τρεις διαφορετικούς χώρους.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
«Απόδραση από τον εύθραυστο πλανήτη»: Η queer ταινία του Θανάση Τσιμπίνη στο κανάλι του New Yorker

Lifo Picks / «Απόδραση από τον εύθραυστο πλανήτη»: Η queer ταινία του Θανάση Τσιμπίνη στο κανάλι του New Yorker

Στην ταινία του Θανάση Τσιμπίνη δύο άνδρες έχουν μια απροσδόκητη συνάντηση ενώ μια παράξενη ροζ ομίχλη εξαπλώνεται στην πόλη, λίγες ώρες πριν από το τέλος του κόσμου.
THE LIFO TEAM
Πάνος Χ. Κούτρας: «Αυτή η ταινία μού έβγαλε την πίστη!»

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πάνος Χ. Κούτρας: «Αυτή η ταινία μού έβγαλε την πίστη!»

Λίγο μετά την πρεμιέρα του «Dodo», της νέας του ταινίας, στο 75ο Φεστιβάλ των Καννών, ο Έλληνας σκηνοθέτης μίλησε στον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο για την κρίση μέσης ηλικίας που πέρασε, για το εξαφανισμένο πτηνό που αποτελεί τον πυρήνα της ιστορίας του, για όσα τον εμπνέουν και όσα τον δυσκολεύουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Pulp Fiction / Μιλώντας για τη λατρεία του σινεμά με αφορμή τρεις νέες ταινίες

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μαζί με τον Λουκά Κατσίκα κάνουν μια αναδρομή στις σημαντικότερες σινεφίλ ταινίες των τελευταίων εκατό ετών με αφορμή το «Fabelmans», το «Babylon» και το «Empire of the sun».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Οθόνες / Υπάρχει ακόμα η έννοια του movie star;

Με αφορμή τις ήπια αφοριστικές δηλώσεις του Κουέντιν Ταραντίνο και τον επαναπροσδιορισμό ταπεινότητας της Τζένιφερ Λόρενς, η βιομηχανία ψάχνει πάντα ελκυστικά πρόσωπα για να ταΐσει τις πανάκριβες συνταγές της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ ενηλικίωσης για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων μέσα από τις ζωές των μαθητών

Οθόνες / «Τέλος Χρόνου»: Ένα ντοκιμαντέρ για την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων

Η ταινία του Λουκά Παλαιοκρασά τοποθετεί το εκπαιδευτικό σύστημα στο επίκεντρο, εξερευνώντας το μέσα από τη ζωή και τα μάτια των μαθητών, και είναι μια κινηματογραφική καταγραφή που σε ξεβολεύει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 20/11-Όταν ο Όρσον Γουέλς δούλευε σε φιλμ της σειράς για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του

Ηχητικά Άρθρα / Όταν ο Όρσον Γουέλς δούλευε σε φιλμ της σειράς για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του

Οι «δεύτερες» εμφανίσεις του κατά τ’ άλλα ιδιοφυούς σκηνοθέτη που αναγκάστηκε να συμμετάσχει και σε φιλμ της σειράς, χρησιμοποιώντας τις αμοιβές για να χρηματοδοτήσει τις ταινίες του.
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ