Αύριο εγκαινιάζεται στην γκαλερί Gagosian η πρώτη έκθεση έργων της σπουδαίας φωτογράφου Sally Mann στην Ελλάδα. Η έκθεση εστιάζει αποκλειστικά στις στοιχειωμένες από απουσία αλλά και αιώνιο φως φωτογραφίες της από το στούντιο του φίλου, μέντορα, γείτονα και συντοπίτη της (στα υποβλητικά εξοχικά τοπία της νοτιοανατολικής Βιρτζίνια), και βεβαίως διάσημου εικαστικού Cy Twombly, που πέθανε πριν από έξι χρόνια. Υπέροχες φωτογραφίες, αλλά δεν ανήκουν σ' αυτές που την έκαναν διάσημη ή μάλλον «περιβόητη» πριν από 25 χρόνια, όταν κυκλοφόρησε το λεύκωμά της με τίτλο Immediate Family (Άμεση Οικογένεια), το οποίο περιλάμβανε και κάποιες εικόνες –λουσμένες στο φως, τη σκιά και την αχλή και τραβηγμένες με αυτή την αρχαία κάμερα σαν ακορντεόν που χρησιμοποιεί, με τον μανδύα για να κρύβεται από πίσω, ο φωτογράφος– που ανασήκωσαν φρύδια και προκάλεσαν σάλο και έντονες αντιδράσεις, επειδή παρουσίαζαν στο εκτός χρόνου, αρχέγονο σχεδόν σκηνικό της φάρμας της τα τρία προέφηβα παιδιά της (δύο κορίτσια κι ένα αγόρι) σε ενήλικες, γυμνές ενίοτε, παιγνιώδεις και «υπαινικτικές» πόζες.


Η ίδια δεν είχε αντιδράσει έντονα τότε στην υστερική κατακραυγή, πολλά χρόνια αργότερα όμως, στο λεύκωμα απομνημονευμάτων και εικόνων με τίτλο Hold still: A memoir with photographs που κυκλοφόρησε πρόπερσι, επιχείρησε να απολογηθεί τρόπον τινά, τονίζοντας τον «επαγγελματισμό» των παιδιών στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής οικογένειας και σημειώνοντας ότι «κάθε αντίληψη είναι μια επιλογή – οι φωτογραφίες αποτελούν μια οικονομία της αλήθειας, πρόκειται πάντα για στιγμές που λίγο-πολύ έχουν απατηλά απαχθεί από το συνεχές του χρόνου». Προς χάριν όμως μιας συνολικότερης οπτικής περιλαμβάνει στο βιβλίο της και την ιστορία της μικρής της κόρης που άρχισε να κάνει μπάνιο με τα ρούχα όταν είδε το σώμα της σε μία από τις φωτογραφίες της μάνας της περιτυλιγμένο με μαύρες μπάρες λογοκρισίας σε κάποια εφημερίδα. Η στάμπα των «ύποπτων», «παιδοφιλικών», «αιμομικτικών» εικόνων είχε μείνει, παρά το εύρος του έργου της και παρά τον προφανή στόχο να εκφράσουν οι εικόνες την πολυσύνθετη και μη αποκομμένη από τον ενήλικο κόσμο υφή της παιδικότητας.

 

Ούτε τώρα έχει πλημμυρίσει ο πλανήτης από αρπακτικά και παιδόφιλους, ούτε πριν από σαράντα χρόνια, όταν ο Σαρτρ, η Ντε Μποβουάρ, ο Φουκό, ο Ντεριντά, σύσσωμη τέλος πάντων η γαλλική ιντελιτζένσια του Μάη του '68 είχε διαδηλώσει και συγκεντρώσει υπογραφές υπέρ της αθώωσης καταδικασμένων παιδόφιλων.


Η έκδοση εκείνης της «αμφιλεγόμενης» σειράς φωτογραφιών είχε συμπέσει με την αυγή των αποκαλούμενων πολιτιστικών πολέμων και της κουλτούρας του δικαιωματισμού στην Αμερική (και στη Δύση γενικότερα), αλλά και με τα πρώτα έντονα κρούσματα επιδημικού πανικού με την παιδοφιλία που είχε ξεφύγει οριστικά από την περιθωριακή, μυστική υπόστασή της για να στοιχειώσει τους γονείς του πλανήτη. Δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα, η κατάσταση μοιάζει ακόμα πιο ακραία, φοβική και εκτός ελέγχου όσον αφορά το τσουβάλιασμα και την εργαλειοποίηση «μη ορθών» συμπεριφορών, έτσι ώστε συχνά χάνεται η ψυχραιμία και η λογική και γινόμαστε μάρτυρες ενός νεοσυντηρητικού πισωγυρίσματος που ισοπεδώνει τα πάντα. Πρόσφατο παράδειγμα η σύνδεση ομοφυλοφιλίας και παιδεραστίας με αφορμή την περίπτωση του εξαναγκαστικού outing του Κέβιν Σπέισι λόγω καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχληση που συνέβη πριν από δεκαετίες. Φταίει και ο ίδιος με τον τρόπο που το χειρίστηκε, αλλά τι δηλαδή; Ένας άξιος και επιφανής ηθοποιός θα μείνει για πάντα σταμπαρισμένος ως πέφτουλας/παιδόφιλος, τώρα που (δικαίως) άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου μετά την υπόθεση Γουάινσταϊν. Μου φάνηκε δηλαδή τουλάχιστον σαχλή η αντανακλαστική απόφαση του Netflix να τον τελειώσει (και τη σειρά μαζί προφανώς) από το «House of Cards», ασχέτως του αν αυτό είχε προ πολλού καταντήσει μια μαλακία και μισή.

 

Η διάπλασις των παίδων
Μου φάνηκε τουλάχιστον σαχλή η αντανακλαστική απόφαση του Netflix να τον τελειώσει (και τη σειρά μαζί προφανώς) από το «House of Cards», ασχέτως του αν αυτό είχε προ πολλού καταντήσει μια μαλακία και μισή.


«Είναι η σύγχρονη κουλτούρα, ηλίθιε» θα μπορούσαμε να πούμε, η οποία κινείται μεταξύ υπερπροστασίας, ανασφάλειας και μανίας καταδιώξεως. Ούτε τώρα έχει πλημμυρίσει ο πλανήτης από αρπακτικά και παιδόφιλους, ούτε πριν από σαράντα χρόνια, όταν ο Σαρτρ, η Ντε Μποβουάρ, ο Φουκό, ο Ντεριντά, σύσσωμη τέλος πάντων η γαλλική ιντελιτζένσια του Μάη του '68 είχε διαδηλώσει και συγκεντρώσει υπογραφές υπέρ της αθώωσης καταδικασμένων παιδόφιλων – ήταν ένας αθώος κόσμος, με τους σεξουαλικούς εγκληματίες προστατευμένους στη γραφικότητα και στα υπόγειά τους. Το 2001 είχε επανέλθει στην επικαιρότητα αυτή η «αιρετική» κίνηση της αφρόκρεμας της γαλλικής διανόησης, όταν ήρθε στη δημοσιότητα ένα κείμενο του 1975 γραμμένο από τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, στο οποίο ο «Κόκκινος Ντάνι» έκανε λόγο για περίεργες επαφές που είχε με τα παιδιά ενός εναλλακτικού νηπιαγωγείου στη Φρανκφούρτη, όπου είχε βρει καταφύγιο όταν εκδιώχθηκε από τη Γαλλία. Χαμός είχε γίνει με τη δημοσίευση του κειμένου, εξαναγκάζοντας τον τότε διευθυντή της εφημερίδας «Libération», Serge July, να γράψει σχετικά, ζητώντας απεγνωσμένα ψυχραιμία: «Η παιδοφιλία δεν εφευρέθηκε από τον Μάη του '68. Η πολιτιστική επανάσταση που τον ακολούθησε υπήρξε εν πολλοίς ένας κοινωνικός θρίαμβος. Η θεωρητική ενασχόλησή του όμως με τη σεξουαλικότητα των παιδιών, στο πλαίσιο της αμφισβήτησης της κρατούσας ηθικής τάξης, ενίσχυσε τη νομιμοποίηση πρακτικών που αποδείχτηκαν εγκληματικές σε πολλές περιπτώσεις».

 

Tο άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO