Κάτι τέλειο συνέβη πριν λίγο.

 

Ακούω μια κασέτα που είχα γράψει τη δεκαετία του '90 στην οποία ανάμεσα στα τραγούδια είχα βάλει και μηνύματα που άφηναν στον τηλεφωνητή μου εκείνη την περίοδο. 

 

"Άρη, έλα, πάρε με τηλέφωνο, σου έχω νέα!", άκουσα ξαφνικά, ανυποψίαστος, τη φωνή της μαμάς μου.

 

Έχει πεθάνει εδώ και τέσσερα χρόνια, αλλά ο επιτακτικός της τόνος και τα νέα -ποια να ήταν άραγε;- απ' τη μακρινή δεκαετία του '90 με έκαναν ασυναίσθητα να ψάξω για το κινητό μου, για να την πάρω τηλέφωνο.

 

Δέκατα του δευτερολέπτου μετά, ο εγκέφαλός μου επεξεργάστηκε το γεγονός ότι η φωνή της είχε έρθει όχι απλώς απ' το παρελθόν αλλά από ένα άψυχο, μισοκατεστραμμένο κασετόφωνο.

 

Και παρότι ήθελα σαν τρελός να την πάρω τηλέφωνο και να της μιλήσω, δεν μπορούσα. Ήταν γλυκόπικρη η αίσθηση, αλλά και μόνο που είχα τη φωνή της ένιωσα όμορφα. Γύρισα πίσω την κασέτα και ξανάκουσα το απόσπασμα γύρω στις 20 φορές. Και, περιέργως, κάθε φορά ένιωθα ακόμα πιο όμορφα.

 

Δύο είναι τα πράγματα που μου λείπουν πιο πολύ απ' τους ανθρώπους που έχασα: Η αγκαλιά τους, και η φωνή τους.

 

Ακόμα και ένα απ' αυτά όταν ξαναβρίσκω, νιώθω ευτυχισμένος.